Το δικαίωμα επεκτάσεως της αιγιαλίτιδας ζώνης και το “casus belli” της Τουρκίας

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Τουρκία εγκαινίασε μια πολιτική αμφισβητήσεως και διεκδικήσεων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της κυριαρχίας της Ελλάδας. Μέχρι και σήμερα, η επιδίωξη της πολιτικής αυτής είναι η μετατροπή του καθεστώτος του Αιγαίου τόσο στον θαλάσσιο όσο και στον εναέριο χώρο, καθώς τα θέματα που θέτει η Τουρκία είναι τα εξής: η αύξηση των χωρικών υδάτων, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των ανατολικών νησιών του Αιγαίου, τα όρια του FIR Αθηνών και των περιοχών για έρευνα και διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν (SAR) και, τέλος, η αμφισβήτηση κάποιων ελληνικών νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο (“γκρίζες ζώνες”). Ένα από τα σημαντικότερα θέματα, όμως, που προέκυψαν εκείνη την περίοδο ήταν η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων -ή, σαφέστερα, της αιγιαλίτιδας ζώνης- πέραν των 6 ναυτικών μιλίων, καθώς και η απειλή χρήσεως βίας εκ μέρους της Τουρκίας σε περίπτωση ασκήσεως των νομίμων δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Ορισμός και νομικό καθεστώς της αιγιαλίτιδας ζώνης

Σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, τα χωρικά ύδατα είναι μια θαλάσσια ζώνη που εκτείνεται έως 12 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσεως που βρίσκονται στην ακτογραμμή (Άρθρο 3). Τα χωρικά ύδατα περιλαμβάνουν τη θαλάσσια περιοχή, το υπέδαφος αυτής, τον βυθό, καθώς και τον υπερκείμενο εναέριο χώρο. Στη ζώνη αυτή το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία – εξομοιούμενη με την κυριαρχία του επί του χερσαίου εδάφους του. Μοναδικός περιορισμός θεωρείται το δικαίωμα της “αβλαβούς διελεύσεως” -ήτοι της ναυσιπλοΐας δια της χωρικής θάλασσας-, που μπορούν να ασκούν τα πλοία τρίτων κρατών χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους, όπως προβλέπεται στα Άρθρα 17-26 της ανωτέρω Σύμβασης.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) το όριο των χωρικών υδάτων τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Τουρκία ορίστηκε στα 3 ναυτικά μίλια. Ωστόσο, το 1936 η Ελλάδα καθιέρωσε το εύρος των χωρικών υδάτων της στα 6 ν.μ. από τις ακτές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επεκτατικές τάσεις της τότε φασιστικής Ιταλίας, που κατείχε τα Δωδεκάνησα (Συρίγος, 2015). Επισημαίνεται ότι η Τουρκία με τη στάση της αποδέχτηκε την επέκταση αυτή, και δεν διαμόρφωσε καμία πολιτική αμφισβητήσεως. Το 1964 η Τουρκία επέκτεινε την αιγιαλίτιδα ζώνη της από τα 3 στα 6 ν.μ. στο Αιγαίο, και στα 12 ν.μ. στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο (Acer, 2003).

Ήδη από τη δεκαετία του 1980 το όριο των 12 ν.μ. συνιστά κανόνα εθιμικού δικαίου που αποκρυσταλλώθηκε και, στη συνέχεια, κατοχυρώθηκε στο Άρθρο 3 της Συμβάσεως του 1982. Ειδικότερα, ο κανόνας αυτός αποδίδει στο κράτος το δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα, χωρίς το ζήτημα αυτό να αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων με άλλα κράτη. Είναι, λοιπόν, λανθασμένη η εντύπωση ότι για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης απαιτείται προηγούμενη συμφωνία με τα παράκτια κράτη (Συρίγος, 2015). Για την ακρίβεια, το δικαίωμα επεκτάσεως είναι μονομερές -εν αντιθέσει με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας- και, κατά συνέπεια, δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό ή εξαίρεση, και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση από τρίτα κράτη. Σήμερα, από τα 149 κράτη που έχουν τη δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων τους στα 12 ν.μ., μόνο η Ελλάδα παραμένει στα 6 ν.μ.

Το τουρκικό “casus belli”

Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. τέθηκε για πρώτη φορά ως ζήτημα το 1963, ως αντίδραση στις τουρκικές διεκδικήσεις επί της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Συζητήθηκε, όμως, το 1974 στο Υπουργικό Συμβούλιο της Κυβέρνησης της χούντας, όπου και αποφασίστηκε να αναβληθεί η απόφαση για επέκταση, και να τεθεί το θέμα σε διμερή διάλογο, με σκοπό τη φιλική επίλυσή του (Συρίγος, 2015). Η Τουρκία αντέδρασε σφόδρα στην πιθανότητα επέκτασης, τονίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν άκυρη και ανυπόστατη. Αργότερα, το θέμα συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των θεμάτων προς διαπραγμάτευση, αλλά η Τουρκία ζήτησε τη διαγραφή του. Έκτοτε, η τελευταία καλλιέργησε σταδιακά την άποψη ότι τυχόν επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης πέραν των 6 ν.μ. θα συνιστούσε αιτία πολέμου – το λεγόμενο casus belli. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1970 η Τουρκία θεωρούσε ως casus belli την επέκταση στα 12 ν.μ., ενώ με το πέρασμα των ετών χαρακτήρισε ως casus belli οποιαδήποτε επέκταση πέραν των 6 ν.μ. (Συρίγος, 2015).

Το θέμα του casus belli επανήλθε ξαφνικά το 1995, και ανανεώθηκε με το κύρος αποφάσεως της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, η οποία εξέδωσε ψήφισμα που εκχωρούσε στην Κυβέρνηση την αρμοδιότητα να λάβει όποια μέτρα -περιλαμβανομένων και στρατιωτικών- θα έκρινε αναγκαία για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων της χώρας (Athanasopulos, 2000). Ο λόγος ήταν απλός. Τον Νοέμβριο του 1994 τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση για το Δίκαιο τη Θάλασσας, όπου καθορίστηκε ως συμβατικός κανόνας ότι τα χωρικά ύδατα μπορούν να έχουν εύρος 12 ναυτικών μιλίων, και τον Μάιο του 1995 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα υπέρ της κυρώσεως της Σύμβασης. Υπό αυτό το πρίσμα, η Τουρκία θεώρησε ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται -κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως- να προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών υδάτων της. Ποτέ δεν υπήρξε, όμως, απόφαση του ελληνικού Κοινοβουλίου για επέκταση στα 12 ν.μ (Συρίγος, 2015). Ενόψει της επιθετικής διάθεσης της Τουρκίας, η Ελλάδα φαίνεται να αποφεύγει μέχρι και σήμερα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα.

Εντούτοις, το ψήφισμα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και, συγκεκριμένα, του Άρθρου 2.4 – το οποίο, μάλιστα, αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Στο Άρθρο αυτό ορίζεται ότι όλα τα κράτη καλούνται να απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας που εκδηλώνεται σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας τρίτου κράτους. Συν τοις άλλοις, η απειλή πολέμου δεν αφορούσε παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, αλλά θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που ένα κράτος ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά του (Συρίγος, 2015). Με άλλα λόγια, η Τουρκία εξισώνει μια παράνομη πράξη (casus belli) με μια ενέργεια που επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο (επέκταση χωρικών υδάτων).

Τί υποστηρίζει η Τουρκία;

Σύμφωνα με την Τουρκία, θάλασσες όπως το Αιγαίο χαρακτηρίζονται ως κλειστές ή ημίκλειστες, στις οποίες επικρατούν ειδικές συνθήκες και, κατ’ επέκτασιν, είναι αναγκαίο να διέπονται από ειδικούς κανόνες (Dyke, 2007). Υπό το πρίσμα αυτό, η αύξηση των χωρικών υδάτων απαιτεί συναίνεση των παράκτιων κρατών (Ελλάδος και Τουρκίας). Τη θέση αυτή υποστήριξε η Τουρκία καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών της Τρίτης Συνδιασκέψεως για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982) (Dyke, 2007). Η προσπάθειά της, όμως, δεν ευοδώθηκε. Βέβαια, το Αιγαίο ανήκει στην κατηγορία των “κλειστών και ημίκλειστων θαλασσών”, καθώς συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 122 της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας. Έτσι, η Τουρκία επισημάνει -μεταξύ άλλων- και το Άρθρο 123 της εν λόγω Συμβάσεως, το οποίο προβλέπει ότι τα παράκτια κράτη θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους. Η συνεργασία, όμως, δεν αφορά στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, αλιείας και θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας (Συρίγος, 2015).

Το Αιγαίο με χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων (ισχύον καθεστώς)

Συνάμα, κατά την άποψη της Τουρκίας, το Αιγαίο θα μετατρεπόταν σε “ελληνική λίμνη”, δεδομένου ότι θα έκλειναν όλα τα υφιστάμενα περάσματα που οδηγούν στην ανοιχτή θάλασσα και, ως εκ τούτου, θα δημιουργούταν πρόβλημα με την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, καθώς τα πλοία αναγκαστικά θα περνάνε από ελληνικά χωρικά ύδατα (Yenigün, 2001). Τα πλοία που θα έφευγαν από την Τουρκία με κατεύθυνση προς τη Δύση θα έπρεπε να λαμβάνουν άδεια από την Ελλάδα – γεγονός που θα ήταν αντίθετο προς τα συμφέροντα της Τουρκίας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι με βάση το Άρθρο 17 της Σύμβασης κατοχυρώνεται το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, καθώς τα πλοία όλων των κρατών -παράκτιων ή άνευ ακτών- απολαμβάνουν το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης μέσω της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Το Αιγαίο όπως θα είναι σε περίπτωση επεκτάσεως των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Συν τοις άλλοις, η Τουρκία κάνει λόγο για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Η άσκηση του ελληνικού δικαιώματος περί αυξήσεως των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. θα έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της Τουρκίας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων που ήδη κατέχει επί της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Βάσει αυτού, θεωρεί ότι δεν είναι υποχρεωτικό για ένα κράτος να επεκτείνει πλήρως τα χωρικά του ύδατα (12 ν.μ.) – πολλώ δε μάλλον όταν αυτό επηρεάζει το δικαίωμα ενός άλλου κράτους (Acer, 2003). Όντως, στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας υπάρχει ρητή αναφορά στην κατάχρηση δικαιώματος (Άρθρο 300). Ωστόσο, αυτή αφορά αποκλειστικά σε αυθαίρετες εφαρμογές δικαιωμάτων και δικαιοδοσιών, και δεν συνδέεται με την εφαρμογή σχετικού εθιμικού και συμβατικού κανόνα (Συρίγος, 2015).

Το “τέλος” των τουρκικών διεκδικήσεων και αμφισβητήσεων

Το ζήτημα των χωρικών υδάτων συγκαταλέγεται στα θεμελιώδη ζητήματα για την Ελλάδα, διότι μια ενδεχόμενη επέκταση θα τερμάτιζε τις περισσότερες διεκδικήσεις που προβάλλει η Τουρκία στο Αιγαίο. Πιο συγκεκριμένα, το διαφορετικό εύρος του εναερίου χώρου -που είναι στα 10 μίλια- σε σχέση με το εύρος των χωρικών υδάτων -6 ναυτικά μίλια- θα πάψει να υφίσταται. Το ιδιότυπο αυτό καθεστώς μη σύμπτωσης αιγιαλίτιδας ζώνης και εθνικού εναέριου χώρου –“ελληνικό παράδοξο” (greek paradox), όπως διεθνώς ονομάζεται- θα τερματιστεί. Όπως είναι γνωστό, η Τουρκία παραβιάζει συνεχώς τον ελληνικό εναέριο χώρο, καθώς αμφισβητεί τον χώρο πέρα από 6 ν.μ., και τον θεωρεί διεθνή εναέριο χώρο. Η Τουρκία βασίζει αυτή την άποψη στα Άρθρα 1 και 2 της Συμβάσεως του Σικάγου για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, υποστηρίζοντας ότι ο εθνικός εναέριος χώρος πρέπει να εφάπτεται με το εύρος των χωρικών υδάτων του κράτους (6 ν.μ.) (Συρίγος, 2015). Άμεση λύση στο πρόβλημα αυτό θα δώσει η αύξηση της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Επιπλέον, τυχόν επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης θα κλείσει ή θα καταστήσει άνευ σημασίας το θέμα της οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Ειδικότερα, από το 43% της συνολικής θαλάσσιας επιφάνειας που ανήκει στην ελληνική επικράτεια, η χώρα θα περάσει στο 72% σε περίπτωση επεκτάσεως της αιγιαλίτιδας ζώνης. Αντιθέτως, λόγω της γεωγραφίας της περιοχής, η Τουρκία θα αυξήσει τη θαλάσσια περιοχή που ελέγχει από το 7,5% στο 8,7%, ενώ οι περιοχές της ανοιχτής θάλασσας θα περιοριστούν στο 20% της συνολικής επιφάνειας του Αιγαίου. Τοιουτοτρόπως, οι προς οριοθέτηση περιοχές θα είναι πολύ περιορισμένες για τη γειτονική χώρα (Συρίγος, 2015).

Έπειτα, οι λεγόμενες “γκρίζες ζώνες” κυριαρχίας στο Αιγαίο θα χάσουν την πρακτική σημασία τους. Η θεωρία των “γκρίζων ζωνών” είναι αποτέλεσμα της κρίσης των Ιμίων (1996), και επρόκειτο για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί ενός μεγάλου αριθμού νησίδων και βραχονησίδων ανά το Αιγαίο (Νέδος, 2017), διότι δεν αναφέρονται ονομαστικά στις Συνθήκες της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947), βάσει των οποίων επικυρώθηκε η ενσωμάτωση των περισσότερων νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα. Οι “γκρίζες ζώνες” είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αύξηση της αιγιαλίτιδας ζώνης, καθώς οι περισσότερες νησίδες που διεκδικεί η Άγκυρα βρίσκονται μεταξύ των 6 και 12 ναυτικών μιλίων.

Τέλος, η Τουρκία αμφισβητεί τα όρια της περιοχής πληροφοριών πτήσεων (FIR Flight Information Region) των Αθηνών, καθώς επίσης και τα όρια της Ζώνης Έρευνας και Διασώσεως (SAR – Search and Rescue) στο Αιγαίο. Με την επέκταση των χωρικών υδάτων οι περιοχές ελληνικής κυριαρχίας θα ανέρχονται σε ποσοστό 72% και, κατ’ επέκταση, η προσπάθεια της Τουρκίας για αμφισβήτηση ή αλλαγή των ορίων αυτών θα απονομιμοποιηθεί εντελώς (Συρίγος, 2015).

Συμπερασματικά

Συνοπτικά, τυχόν αύξηση της αιγιαλίτιδας ζώνης θα έχει αναμφιβόλως δυσμενείς συνέπειες για τη γειτονική χώρα. Δεδομένου ότι διακυβεύονται εθνικά συμφέροντα, η Τουρκία προσπάθησε να αποτρέψει την επέκταση αυτή μέσω της παράνομης δήλωσης του casus belli. Ωστόσο, οι θέσεις που προβάλλει στο θέμα της αυξήσεως είναι αδύναμες από τη σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου, καθώς -όπως αναλύθηκε- έχει προβεί σε μονομερείς και κατά το δοκούν ερμηνείες της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η αδιάλλακτη στάση της εμποδίζει την εξομάλυνση των σημείων τριβής μεταξύ των δυο χωρών, αλλά και την οριστικής εξάλειψή τους. Στην περίπτωση, πάντως, που η Ελλάδα παραβλέψει το casus belli, ίσως η Τουρκία να μην κηρύξει τον πόλεμο, αλλά να αγνοήσει εμπράκτως την αύξηση της ελληνικής κυριαρχίας στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων. Μένει να φανεί αν κατά τα επόμενα χρόνια η Τουρκία θα άρει το casus belli, ή αν θα υπάρξουν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δυο κρατών, με στόχο την ειρηνική επίλυση του ζητήματος.

Πηγές:

  1. Acer, Y. (2003). The Aegean maritime disputes and international law. Ashgate Publishing Ltd. pp. 129-145.
  2. Athanasopulos, H. (2001). Greece, Turkey, and the Aegean Sea. McFarland Company, Publishers. pp. 46-83.
  3. Dyke, J. (2005). An Analysis of the Aegean Disputes under International Law. Ocean Development and International Law, 36(1), pp.63-117.
  4. ICAO. (1944). CONVENTION ON INTERNATIONAL CIVIL AVIATION. https://www.icao.int/publications/Documents/7300_orig.pdf
  5. Tzanos, C. (2017). International Law: The Case of Turkey. https://www.huffingtonpost.com/constantine-tzanos/international-law-the-cas_b_8801588.html
  6. United Nations. (1983). Convention on the Law of the Sea. http://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf
  7. Yenigün, C. (2001). Aegean Maritime Boundaries: Issues and Solutions. Turkish Review of Balkan Studies, pp.153-165.
  8. Νέδος, Β. (2017). Ανάλυση: Η κατά το δοκούν ερμηνεία του διεθνούς δικαίου και οι απειλές της Άγκυρας. http://www.kathimerini.gr/899674/article/epikairothta/politikh/analysh-h-kata-to-dokoyn-ermhneia-toy-die8noys-dikaioy-kai-oi-apeiles-ths-agkyras
  9. Νέδος, Β. (2017). Τουρκικοί ισχυρισμοί για το Αιγαίο. http://www.kathimerini.gr/900127/article/epikairothta/politikh/toyrkikoi-isxyrismoi-gia-to-aigaio.
  10. Συρίγος, Ά. (2015). Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκδόσεις Πατάκη. pp. 253-264.
  11. Συρίγος, Ά. (2017). Ο ορθολογισμός της Τουρκίας. http://www.kathimerini.gr/911511/article/epikairothta/politikh/o-or8ologismos-ths-toyrkias

Tagged under:

Απόφοιτη του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ενδιαφέρεται για τον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και για τη διεθνή ασφάλεια και άμυνα. Έχει παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων διεθνούς πολιτικής και στρατηγικής και έχει συμμετάσχει σε προσομοίωση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και σε χαμηλότερο επίπεδο ιταλικά.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest