Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων και η Περίπτωση της Ελλάδας – Μία Αποτίμηση

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Το ανθρώπινο “αποτύπωμα” μέσω δραστηριοτήτων όπως η βιομηχανία, η κατανάλωση ενέργειας, η γεωργία, οι μεταφορές, η παραγωγή ενέργειας, τα απόβλητα κ.α., έχει ως αποτέλεσμα τη συνεχώς αυξανόμενη έκλυση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, όπως το διοξείδιο του άνθρακα. Αυτά τα αέρια παγιδεύουν θερμότητα, προκαλώντας τη σταδιακή αύξηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας και, κατά συνέπεια, δημιουργούν αυτό που ακούμε διαρκώς ως κλιματική αλλαγή!

Τι είναι το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων (EU ETS);

Στο καίριο αυτό πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής υπάρχουν έξυπνες λύσεις. Μία από αυτές είναι η εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της στρατηγικής της για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το σύστημα αυτό πρόκειται, ουσιαστικά, για μία αγοραπωλησία δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, οι τιμές των οποίων καθορίζονται από την αρχή της προσφοράς και της ζήτησης, και από επί μέρους ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κάθε δικαίωμα ισοδυναμεί με έναν τόνο άνθρακα). To Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων καλύπτει περισσότερες από 11.000 ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις σε 31 χώρες στην Ευρώπη ενώ, παράλληλα, καλύπτει και τις εκπομπές των αερομεταφορών εντός των ευρωπαϊκών αεροδρομίων.

Η πολιτική αυτή δημιουργεί οικονομικά κίνητρα με στόχο να μειώσουν τις εκπομπές αερίων οι ρυπογόνοι ευρωπαίοι εταίροι. Από το 2005 το ETS έχει ορίσει ένα πλαφόν για τις ετήσιες συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου της κάθε εταιρείας, και απαιτεί αυτές να ελέγχονται σε τακτική βάση. Ορίζεται, λοπόν, μία σταθερή επιτρεπόμενη ποσότητα που αποτελεί το “νόμισμα” της Αγοράς του Άνθρακα, ώστε κάθε χρόνο οι εταιρείες να έχουν απόθεμα επιτρεπόμενων εκπομπών για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Σε περίπτωση που σε κάποιον δεν επαρκεί το απόθεμα, είτε μειώνει τις εκπομπές του, είτε αγοράζει επιπλέον δικαιώματα από μία άλλη εταιρεία, η οποία έχει πλεόνασμα δικαιωμάτων και δεν επιθυμεί να τα κρατήσει για την επόμενη χρόνια. Η υπέρβαση του επιτρεπτού ορίου εκπομπών επιφυλάσσει πολύ υψηλά πρόστιμα. Ωστόσο, μέσω των εναλλασσόμενων σταδίων της πολιτικής αυτής (phases), το επιτρεπόμενο όριο εκπομπής (cap) μειώνεται, καθώς εξελίσσονται παράλληλα τεχνικές μείωσης όπως η βελτίωση και προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ενεργοποιείται η λειτουργία της Αγοράς και εξασφαλίζεται η μείωση εκπομπών αερίων, καθώς αυτό αποτελεί τη φθηνότερη λύση.

Ποια προβλήματα παρουσιάζει αυτή η πολιτική;

Ενώ το Σύστημα έχει επιτύχει το βασικό του δομικό στόχο -δηλαδή, οι εκπομπές σε ευρωπαϊκό επίπεδο να μην ξεπερνούν το όριο (cap) που τίθεται με οδηγίες της ΕΕ- πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι, αν δε μεταρρυθμιστεί είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Όπως σε κάθε Αγορά, έτσι και στη συγκεκριμένη, το διακύβευμα για τη βιωσιμότητά της κρύβεται στην μακροχρόνια διαμόρφωση των τιμών. Από την πρώτη φάση του συστήματος (phase I , 2005-2007) μέχρι τη φάση που διανύουμε τώρα (phase III, 2013-2020), οι τιμές ανά τόνο προβλεπόμενων αερίων διαμορφώνονταν σε επίπεδα πολύ χαμηλά ώστε να μπορέσουν να δώσουν βραχυπρόθεσμα κίνητρα για μειώσεις των εκπομπών αερίων. Παράλληλα, οι τιμές παραμένουν ασταθείς σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούν να προσφέρουν επαρκή κίνητρα για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία ως εναλλακτική.

Οι χαμηλές τιμές, λοιπόν, σε συνδυασμό με την υπερπροσφορά παραχωρήσεων (allowances) εκπομπών, δεν επιτρέπουν την πλήρη εκδίπλωση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Ρύπων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, φοβούμενη κατηγορίες για απώλεια ανταγωνισμού ή μετακίνηση εταιρειών εκτός των συνόρων της, οδηγήθηκε σε παροχή δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, προσφέροντας τόσες, όσες να καλυφθεί η συνολική παραγωγή, με το ανώτατο επιτρεπτό όριο εκπομπής να τίθεται επανειλημμένα σε λάθος επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν πως η δομή του Συστήματος ευνοεί κατεξοχήν συγκεκριμένους κλάδους της βιομηχανίας – όπως την τσιμεντοβιομηχανία. Τέλος, στο γενικότερο πρόβλημα έρχεται να προστεθεί και η συνδυαστική προσφορά διεθνών δικαιωμάτων (ιnternational credits), μέσω του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης του Πρωτοκόλλου του Κιότο.

Πρόσφατες εξελίξεις – μέτρα βελτίωσης και αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Ρύπων (backloading and structural reform)

Το 2012 η Ευρωπαϊκή Ένωση πρότεινε την αναβολή της δημοπράτησης 900 εκατομμυρίων δικαιωμάτων, ξεκινώντας το 2013 και με καταληκτικό έτος το 2020 (European Commission), με τον αριθμό αυτό να αντιστοιχεί στο 30% του ορίου για την περίοδο 2013-2015. Το μέτρο αυτό, το οποίο ονομάστηκε backloading, ύστερα από πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των βιομηχανικών και περιβαλλοντικών επιτροπών της Commission, έλαβε την απαιτούμενη έγκριση για το έτος 2014. Η σημασία του μέτρου αυτού γίνεται εύκολα αντιληπτή μόλις αναλογιστούμε πως η υπερπροσφορά δικαιωμάτων αγγίζει τα 2 δις ευρώ, και πως αυτό το “surplus” αποτελεί τη βασική αιτία της μη βιώσιμης τιμής του διοξειδίου του άνθρακα στα 4 ευρώ, ενώ οι προβλέψεις της Commission ήταν στα 20 ευρώ. Η συγκεκριμένη πολιτική κατόρθωσε την περίοδο 2014-2015 να μειώσει την υπερπροσφορά κατά 400 εκατομμύρια δικαιώματα.

Η Commission, αντιλαμβανόμενη τη σημασία επιτυχίας του Ευρωπαικού Συστήματος Ρύπων -τόσο λόγω της επένδυσης μεγάλου πολιτικού κεφαλαίου, όσο και της δέσμευσης σε διεθνές επίπεδο-, δηλώνει αποφασισμένη να το μεταρρυθμίσει. Αυτό το σχέδιο περιλαμβάνει στο πλάισιο της τρίτης (phase III) και τέταρτης περιόδου (phase IV) μέτρα όπως η συνολική απόσυρση παρεχόμενων δικαιωμάτων, η προέκταση του Συστήματος σε νέους τομείς, ο περιορισμός πρόσβασης της βιομηχανίας σε διεθνείς παροχές δικαιωμάτων, και η μεταβολή του στόχου μείωσης εκπομπών αερίων από το 20% στο 30%.

Η περίπτωση της Ελλάδας και οι άμεσες επιπτώσεις στους καταναλωτές

Ο τομέας της βιομηχανίας στην Ελλάδα, παραδόξως, ανθίσταται σθεναρά στην ισχυροποίηση του μηχανισμού – αν και είναι ο ίδιος που έχει λάβει ήδη σημαντική υποστήριξη, μέσω της δωρεάν διάθεσης δικαιωμάτων εκπομπών. Ο αριθμός των δικαιωμάτων στην ελληνική βιομηχανία υπερβαίνει τις πραγματικές ανάγκες εκπομπών τους, αφήνοντάς τους σημαντικό πλεόνασμα. Έτσι, οι εταιρείες, απαλλαγμένες από το δυνητικό κόστος συμμόρφωσης, μεταπωλούν όσα δικαιώματα δεν χρειάστηκαν, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη τα οποία επιτείνουν την βιωσιμότητά τους σε περίοδο κρίσης.

Σε ό,τι αφορά τους Έλληνες καταναλωτές, οι επιπτώσεις του -κατά τα άλλα “σημαντικού”- backloading είναι άμεσες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αυξήσεις στα τιμολόγια οικιακών καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ. Με βάση μελέτη της WWF του 2007, η Ελλάδα τοποθετήθηκε στην πρώτη θέση για τη λειτουργία των δύο πιο ρυπογόνων ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών στην Ευρώπη. Έτσι, με τη λήξη της δωρεάν διάθεσης δικαιωμάτων ρύπων, το επιπλέον αποτύπωμα άνθρακα της εταιρείας υπόκειται σε βαριά πρόστιμα τα οποία άγγιζαν τα 300 εκατομ. ευρώ και, με τη ΔΕΗ να δηλώνει άμοιρη ευθυνών, το βάρος του προστίμου επωμίστηκαν τα οικιακά τιμολόγια. Τέλος, η “πολυαναμενόμενη” νέα λιγνιτομονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία βρίσκεται υπό κατασκευή στη Βόρεια Ελλάδα (Πτολεμαΐδα 5), αναμένεται να εκτινάξει τα πρόστιμα εις βάρος μας καθώς η χώρα δεν πληροί πλέον τα κριτήρια δωρεάν παροχής δικαιωμάτων ρύπων.

Η διεθνής κοινότητα και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αναμένουν την έναρξη της τέταρτης φάσης (phase IV) μετά το 2020, καθώς έχουν γίνει ιδιαίτερα υποσχόμενες εξαγγελίες για την προώθηση νέων βελτιωτικών μέτρων του συστήματος.

Πηγές:

  1. European Comission (2016) The EU emissions trading system (EU ETS). Available at: http://ec.europa.eu/clima/policies/ets/index_en.htm (Accessed: 23 December 2016).
  2. European Commission (2014) The EU emissions trading system explained. Available at: https://www.youtube.com/watch?v=fJrFSLfaeeE (Accessed: 23 December 2016).
  3. Bel G. and Joseph S. (2015), Emission Abatement: Untangling the Impacts of the EU ETS and the Economic Crisis, Energy Economics, 49, p. 531-539.
  4. Dirix J. et al (2015), Is the EU ETS a Just Climate Policy?, New Political Economy, 20:5, p. 702-724.
  5. Ellerman D. et al (2016), The European Union Emissions Trading System: Ten Years and Counting, Review of Environmental Economics and Policy, 10:1, p. 89-107.
  6. Skjaerseth J.B. and Wettestad J. (2008), Implementing EU Emissions Trading: Success or Failure?, International Environmental Agreements, 8, σ. 275-290.
  7. Vlachou A. (2014), The European Union’s Emissions Trading System, Cambridge         Journal of Economics, 38, p. 127-152
  8. Η εφαρμογή του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών στην Ελλάδα (2013) WWF.
  9. Παλαιολόγου, Ι. (2013) ‘Καταρρέει το σύστημα εμπορίας των ρύπων’, Η Καθημερινή.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest