Το Νομικό Καθεστώς Κυριαρχίας Των Νησιών Του Αιγαίου ( Μέρος Β’ )

Οι τουρκικές αμφισβητήσεις αναφορικά με το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου  έφτασαν στο ζενίθ το 1996, θέτοντας ως σημείο βαρύνουσας σημασίας, για πρώτη φορά, την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί νησιωτικού εδάφους. Έως τότε, οι τουρκικές αμφισβητήσεις έθεταν διεκδικήσεις επί των θαλασσίων ζωνών και των δικαιωμάτων που εκπορεύονται από αυτές στην περιοχή του Αιγαίου, εποφθαλμιώντας στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Τον Ιανουάριο του 1996, η προσχεδιασμένη προκληθείσα ένταση από την Τουρκία εστίασε στα δύο νησάκια των Ιμίων, με σκοπό την αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους. Παράλληλα, δημιουργούσε την αρχή για μία γενικότερη αμφισβήτηση επί της ελληνικής κυριαρχίας των νησιών του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου, καθώς και ευρύτερα επί αριθμό νησιών του Αιγαίου.

Η Τουρκία, με συνεχή πρακτική από το 1996 και έκτοτε, προβάλει μια σταθερή στρατηγική, όπου αναδεικνύει τα νησιά των Ιμίων ως κεντρικό γεωγραφικό χώρο πρόκλησης και αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, αναπτύσσοντας την καινοφανή τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών»Η εν λόγω θεωρία αναπτύχθηκε από Τούρκους αξιωματούχους από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με σκοπό την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε μία σειρά νήσων, νησίδων και «βραχονησίδων» στο Αιγαίο. Η δημιουργία της ανωτέρω θεώρησης στηρίχθηκε στην φερόμενη ως «επανερμηνεία» των διεθνών Συνθηκών, όπου «Ειδικότερα, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η ελληνική κυριαρχία υφίσταται μόνο σε εκείνα τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα κείμενα των Συνθηκών με τις οποίες αυτά τα νησιά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.»

Για την υποστήριξη των ανωτέρω, η Τουρκία έχει αναπτύξει σειρά επιχειρημάτων, αποδίδοντας την ερμηνεία των άρθρων των συνθηκών με τρόπο τέτοιο, ώστε να ανταποκρίνονται στις διεκδικήσεις της. Συγκεκριμένα, η βασική επιχειρηματολογία της στηρίζεται, ως αναφέρθηκε, στην άρνηση της ελληνικής κυριαρχίας σε οποιοδήποτε νησιωτικό έδαφος που δεν αναφέρεται ρητά στις συνθήκες – τόσο αυτή της Λωζάννης το 1923, όπου τα Δωδεκάνησα περιήλθαν στην Ιταλική κυριαρχία, όσο και συνακόλουθα των Παρισίων το 1947, όπου πέρασαν στην κυριαρχία της Ελλάδας. Παράλληλα, αμφισβητεί την ισχύ της Ιταλοτουρκικής Συμφωνίας του 1932, όπου επιβεβαιώνεται σαφώς η ιταλική κυριαρχία επί των νησιών της Δωδεκανήσου, με πρόσχημα την μη κατάθεσή της στην ΚτΕ.

Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η εν λόγω Ιταλοτουρκική Συμφωνία, αλλά και η προγενέστερη αυτής τον Ιανουάριο του 1932, συνήφθησαν «στο πλαίσιο μιας ειδικής καταστάσεως της εποχής πριν από το Β΄ΠΠ», υπονοώντας ότι τής επιβλήθηκαν.[5] Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις διεθνείς σχέσεις η διαμόρφωση των συνόρων μεταξύ των κρατών επήλθε ως αποτέλεσμα των μεταξύ τους συγκρούσεων και ανταγωνισμών. Οι νίκες αλλά και οι ήττες, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, καθόρησαν τη διαμόρφωση του εκάστοτε status quo, το οποίο και κωδικοποιήθηκε σε Συνθήκες και Συμφωνίες. Βασική αρχή του διεθνούς δικαίου αποτελεί ότι σύνορο το οποίο ορίστηκε με διεθνή συνθήκη παραμένει αμετάβλητο και διαρκές. Πρέπει να τονιστεί ότι η αμφισβήτηση ενός συνόρου «αποτελεί πηγή έντασης στις σχέσεις μεταξύ δύο Κρατών, και εν δυνάμει απειλεί τη διεθνή ειρήνη».

Εξετάζοντας υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου τις συνθήκες που όρισαν το καθεστώς των νήσων του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου, καθώς και του συμπλέγματος του Καστελλόριζου, τεκμαίρεται το αβάσιμο των τουρκικών επιχειρημάτων και ενισχύεται η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία επί των νήσων, όπως θα παρουσιαστεί στο παρόν άρθρο. Διατρέχοντας ιστορικά τα γεγονότα, η αρχή του ζητήματος βρίσκεται στην ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Ιταλία, στον Ιταλοτουρκικό πόλεμο το 1911-12, όπου είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει, η πρώτη, οριστικά και δια παντός, το σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου. Το διαμορφωθέν καθεστώς της περιόδου εκείνης επιβεβαιώθηκε λίγα χρόνια αργότερα στην Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, όπου ρυθμίστηκε το σύνολο της κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου. Ακολούθησε η Συμφωνία του 1932 μεταξύ της Ιταλίας και της Τουρκίας, όπου ρύθμισαν επακριβώς την κυριαρχία και τα θαλάσσια όρια (σύνορα) μεταξύ της ιταλικής Δωδεκανήσου -συμπεριλαμβανομένου του συμπλέγματος του Καστελλόριζου- και των τουρκικών Ανατολικών ακτών. Η τελική πράξη εκχώρησης από την Ιταλία στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947.

Ειδικότερα, με το Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης, η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας επί της κυριαρχίας των νησιών της Δωδεκανήσου και «των νησίδων εξ αυτών εξαρτωμένων», καθώς και της νήσου Καστελλόριζου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι:

«Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστιν της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου».

Στη συνέχεια, στο Άρθρο 16, η Συνθήκη της Λωζάννης ρυθμίζει ότι η Τουρκία προβαίνει στην εκχώρηση όλων των νήσων του Αιγίου, πέραν των προβλεπομένων ορίων. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι:

«Η Τουρκία δηλοί ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή δια της παρούσης Συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων».

Υπό την ανωτέρω φράση, «προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων», οι συντάκτες της Συνθήκης αναφέρονται στα 3 μίλια πέραν των μικρασιατικών ακτών, όπως τεκμηριώθηκε και στο 1ο μέρος του άρθρου. Τα εν λόγω όρια καθορίζονται τόσο με το Άρθρο 6, όσο και με το Άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης, όπου η Τουρκία παραιτείται παντός διεκδίκησης των νησιών πέραν των τριών μιλίων από τις ανατολικές ακτές της. Συγκεκριμένα, στο Άρθρο 6 αναφέρεται ότι, «…Εκτός αντιθέτων διατάξεων της παρούσης Συνθήκης, τα θαλάσσια όρια περιλαμβάνουσι τας νήσους και νησίδας τας κειμένας εις απόστασιν μικροτέραν των τριών μιλλίων από της ακτής».

Όσον αφορά το καθεστώς του Καστελλόριζου, η όποια λεπτομέρεια διευκρινίστηκε με την πρώτη Ιταλοτουρκική Συμφωνία της 4ης Ιανουαρίου 1932 στην Άγκυρα. Σκοπός της συμφωνίας ήταν να καθορίσει τα «σύνορα» μεταξύ των δύο κρατών στην περιοχή του Καστελλόριζου, και να ρυθμίσει το καθεστώς νησίδων και βραχονησίδων πέριξ αυτού. Συγκεκριμένα, στο Άρθρο 2 καθορίσθηκε ότι «Η νησίς του Καρά – Αντά, κειμένη εντός του κόλπου του Μπουντρούμ, θα ανήκει επίσης εις την Τουρκίαν», σε αντιδιαστολή με το Άρθρο 3 όπου ορίστηκε ότι:

 «Αντιθέτως, η Τουρκική Κυβέρνησις αναγνωρίζει την κυριαρχίαν της Ιταλίας επί των νησίδων των κειμένων εντός της ζώνης της οριζόμενης υπό της περιμέτρου του κύκλου, ο οποίος έχει ως κέντρο τον θόλο της εκκλησίας της πόλεως του Καστελλόριζου, και ως ακτίνα την απόσταση μεταξύ του κέντρου τούτου και του ακρωτηρίου του Αγίου Στεφάνου τουτέστιν: Ψωραδιά, Πολύφαδος, Άγιος Γεώργιος (δύο νήσοι αναφερόμενοι εις τον Αγγλικόν χάρτην αρ. 236), Ψωμί (Στρογγυλό, Αγγλικός χάρτης 236), Κουτσουμπόρα (βράχοι), Μαύρο Ποινάκι, Μαύρο Ποινί.

Εκτός των νήσων τούτων των κειμένων εντός της ανωτέρω αναφερομένης περιμέτρου αι νησίδες του Αγίου Γεωργίου (Ρω), Δραγονέρα, Ross και Υψηλή (Στρογγυλή) θα ανήκουν επίσης εις την Ιταλίαν».

Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεύτερη Συμφωνία μεταξύ της Ιταλίας και της Τουρκίας, όπου συντάχθηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1932, ως πρακτικό (procès-verbal) που οριοθέτησε την περιοχή και διαμόρφωσε τα θαλάσσια «όρια-σύνορα» ανάμεσα στις τουρκικές ακτές και τα Δωδεκάνησα. Με τη συμφωνία αυτή φανερώνεται το αδιαμφισβήτητο της Ιταλικής κυριαρχίας επί των νήσων της Δωδεκανήσου, περαιτέρω αυτών που ονομάζονται στο Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης και η αποδοχή από πλευράς Τουρκίας. Επίσης, στην εν λόγω συμφωνία αναφέρονται ονομαστικά και ρητώς τα Ίμια (είτε με την τουρκική ονομασία Kardac), μεταξύ αναφορών άλλων νήσων, επιβεβαιώνοντας ότι ανήκαν στην Ιταλία (στη συνέχεια του άρθρου παραθέτονται σχετικοί αποδεικτικοί χάρτες). Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διαψεύδει την μετέπειτα επιχειρηματολογία της Τουρκίας όσον αφορά το καθεστώς κυριαρχίας των Ιμίων, καταρρίπτοντας τη ρητορική της μη ρητής αναφοράς αυτών στις Συνθήκες και, ως εκ τούτου, της μη ορθής μεταβίβασής τους στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Τουρκίας, όπου κατόπιν της δημοσιοποίησης των ανωτέρω στοιχείων, αλλά και χαρτών που αποδεικνύουν την ονομαστική αναφορά των Ιμίων, κατά την κρίση του 1995-1996, έσπευσε να διασκευάσει την επιχειρηματολογία της και να προσθέσει ότι δεν αναγνωρίζει την ισχύ της ανωτέρω Ιταλοτουρκικής συμφωνίας.

Ο επόμενος σταθμός εξέτασης των συνθηκών, για την πορεία προς τη διαμόρφωση της ελληνικής κυριαρχίας των νησιών της Δωδεκανήσου και του Καστελλόριζου, οδηγεί στα γεγονότα και στις συμφωνίες μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκεκριμένα, στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων το 1947 γράφεται η τελευταία πράξη, με την παραίτηση της Ιταλίας υπέρ της Ελλάδας επί των ανωτέρω νησιωτικών εδαφών. Ως «ενδιαφερόμενα μέρη», όπως υπαγόρευε η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923,[13] καθώς και η καθόλα νόμιμη κυρίαρχος των νήσων, η Ιταλία, εκχώρησε στην Ελλάδα την κυριαρχία των νησιών της Δωδεκανήσου και του Καστελλόριζου, καθώς και των εξαρτώμενων νησίδων αυτών. Το γεγονός αυτό τεκμαίρεται από τις έως τότε Συνθήκες, (όπως παρουσιάστηκε στην εν λόγω σειρά άρθρων) και επιβεβαιώνεται, με απόλυτη εγκυρότητα, στο Άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων, όπου αναφέρει συγκεκριμένα:

«Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρη κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τας κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι: Αστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρπαθον, Κάσον, Τήλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λειψών, Σύμην, Κω και Καστελλόριζον, ως και τας παρακειμένας νησίδας»

Σε πλήρη ρήξη με τα ανωτέρω, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται συμφωνημένο θαλάσσιο σύνορο αναφορικά με το σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου, το οποίο να αναγνωρίζει στην Ελλάδα κυριαρχία επί των νήσων που δεν έχουν μεταβιβασθεί ρητά -ήτοι ονομαστικά- με συνθήκες. Σύμφωνα με την Τουρκία, συμφωνημένα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπάρχουν μόνον σε δύο πολύ στενές περιοχές. Αναφερόμενη, αφενός, στη ρύθμιση έως τα 3 μίλια από τις εκβολές του ποταμού Έβρου, που ρυθμιζόταν με το Πρωτόκολλο των Αθηνών (3 Νοεμβρίου 1926) και, αφετέρου, στην περιοχή του Καστελλόριζου, που ρυθμιζόταν με την πρώτη Ιταλοτουρκική Συμφωνία της 4ης Ιανουαρίου 1932. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και ως προς το πρώτο σύνορο, η Τουρκία υποστηρίζει ότι πρέπει να υπάρξει καινούργια ρύθμιση, όπου θα λαμβάνει υπόψη την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 6 ν.μ, καθόσον υποστηρίζει ότι αυτό θεσπίστηκε όταν τα χωρικά ύδατα των δύο χωρών ήταν 3 ν.μ..

Όσον αφορά τη δεύτερη συμφωνία -το Ιταλοτουρκικό πρωτόκολλο του Δεκεμβρίου του 1932-, η Τουρκία αρνείται ότι βρίσκεται εν ισχύ, με το επιχείρημα ότι το εν λόγω πρωτόκολλο δεν κατατέθηκε στην ΚτΕ και ως, εκ τούτου, δεν αποτελεί έγκυρη διεθνή συμφωνία, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητά του. Υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου, η ανωτέρω επιχειρηματολογία είναι αβάσιμη. Το εν λόγω Πρωτόκολλο ήταν τεχνικής φύσης, διότι όριζε τα «σημεία» που αποτελούσαν τα ακριβή θαλάσσια όρια μεταξύ των δύο κρατών ως απόρροια των όσων είχαν ήδη ρυθμιστεί, αναφορικά με την κυριαρχία των νήσων της Δωδεκανήσου. Η φύση αυτή του πρωτοκόλλου δεν απαιτούσε την κατάθεσή του στην ΚτΕ, μιας και η νομική δεσμευτικότητά του αντλείται από την ισχύ της κύριας Συμφωνίας (Ιανουάριο 1932) και η οποία, αφενός, είχε κατατεθεί και, αφετέρου, έδειχνε την βούληση των μερών (Ιταλίας και Τουρκίας). Επί του ζητήματος εγκυρότητας διεθνών συμφωνιών είχε αποφανθεί και η Πρώτη Επιτροπή της Συνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών, με απόφασή της στις 5 Σεπτεμβρίου 1921, όπου συγκεκριμένα αναφέρει ότι «οι πράξεις τεχνικού ή διοικητικού χαρακτήρα που δεν επηρεάζουν τις διεθνείς πολιτικές σχέσεις και εκείνες που αποτελούν τεχνικούς κανονισμούς διευκρινίζουσες χωρίς να μεταβάλλουν μία πράξη που ήδη πρωτοκολλήθηκε ή εκείνες που προορίζονται να εξασφαλίσουν την εκτέλεση μίας τέτοιας πράξης, μπορούν να μη κατατεθούν προς πρωτοκόλληση».

Κατά την περίοδο λειτουργίας της ΚτΕ, η πρακτική των περισσοτέρων κρατών -αναφορικά με τη κατάθεση των διεθνών συμφωνιών- αποτελεί ενισχυτική απόδειξη της ισχύς της ανωτέρω διάταξης. Η πάγια τακτική των κρατών συνίστατο στη μη πρωτοκόλληση όλων των διεθνών συμφωνιών τους στην ΚτΕ, ιδίως εκείνων που θεωρούντο ήσσονος σημασίας. Επιπρόσθετα, ένα ακόμα στοιχείο που δείχνει την προχειρότητα και το μη σοβαρό του εν λόγω επιχειρήματος της Τουρκίας, αποτελεί το γεγονός ότι η νομική δεσμευτικότητα του Πρωτοκόλλου του 1932 αναγνωρίστηκε και από την ίδια την Τουρκία σε επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών Ιταλίας και Τουρκίας την δεκαετία του ΄30, διαψεύδοντας ακόμα και την επιχειρηματολογία ότι υπογράφηκαν παρά τη θέλησή της. Η Τουρκία, με συνεχείς ρηματικές διακοινώσεις προς την Ιταλία, τόσο στις 3 Ιανουαρίου 1933, όσο και στις 20 Νοεμβρίου 1935, καθώς και στις 26 Σεπτεμβρίου 1936, επιβεβαιώνει την ισχύ του Πρωτοκόλλου και, επομένως, πρώτη εκείνη αποδέχεται ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Συμφωνίας της Άγκυρας του Ιανουαρίου του 1932.

Από τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 έως την πρόκληση κρίσης από την Τουρκία το 1995-1996, η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών των Ιμίων ασκείται αδιαλείπτως και έμπρακτα, με ειρηνική και συνεχή πρακτική, και χωρίς κάποια αμφισβήτηση. Το γεγονός αυτό, καθώς και η ανωτέρω ανάλυση, μπορούν να αποκαλύψουν την πραγματική βούληση της Τουρκίας, όπου προσπαθεί να επικαλύψει την «αναθεωρητική» στάση της για το καθεστώς κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου. Η πάγια, συνεχής και ειρηνική πρακτική των κρατών για το διεθνές δίκαιο αποτελούν στοιχεία όπου επιβεβαιώνουν το δίκαιο και, εν προκειμένω, την επικύρωση των άρθρων των Συνθηκών. Η Τουρκία, έως τη στιγμή που αποφάνθηκε να διεκδικήσει την αλλαγή του status quo επί της κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου, δεν είχε προβάλει καμία ένσταση ως προς την πρακτική, αλλά και την ερμηνεία των σχετικών Συνθηκών. Ενισχυτικά των ανωτέρω, εμφανίζονται τουρκικοί χάρτες που δείχνουν την αποδοχή του καθεστώτος των Συνθηκών από την Τουρκία. Ενδεικτικά παραθέτονται δύο τουρκικοί χάρτες, οι οποίοι παρουσιάζουν και επιβεβαιώνουν την ελληνική κυριαρχία επί των νήσων Ίμια.

Πηγή: Γρ. Τζανέτος, Η Ευρωπαϊκή Διάσταση των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων στο Αιγαίο και η Γεωπολιτική Στρατηγική της Δύσης (Ανασκόπηση της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής (1992-2005), Σιδέρης, Αθήνα, 2007, Παράρτημα Χαρτών.

Συγκεκριμένα, παραθέτεται επίσημος «Τουρκικός Χάρτης έκδοσης 1953 της Ετήσιας Έκθεση του Τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών για τη Διέλευση Πλοίων από τα Στενά Βοσπόρου-Δαρδανελίων». Παρουσιάστηκε και δημοσιεύτηκε στη Βουλή των Ελλήνων το 1996 από τον τότε Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών. Ο χάρτης εμφανίζει τις νησίδες Ίμια εντός της Ελληνικής Επικράτειας

Επιπλέον, παραθέτεται «Τουρκικός Χάρτης της Δωδεκανήσου» που παρουσιάζει με την ελληνική ονομασία τους τα νησιά Ίμια, και τα τοποθετεί πλησίον της νοητής γραμμής θαλασσίων συνόρων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, από την πλευρά της Ελλάδας (αριστερά του ορίου-συνόρου).

Πηγή: Τουρκική Γεωγραφική Υπηρεσία, Χάρτης Νο 18, 1969.

Παρά τα αδιάψευστα στοιχεία, όπως παρουσιάστηκαν ανωτέρω, η προσπάθεια αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων από την Τουρκία, αναφορικά με το καθεστώς κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου, είναι συνεχής και χωρίς συχνά να φανερώνονται τα νομικά κενά και το αβάσιμο των επιχειρημάτων της. Με τον τρόπο αυτό έχει διαμορφώσει μια συνεχώς αυξανόμενη πίεση προς τη Χώρα μας. Τα εργαλεία για την επίτευξη των στόχων της Τουρκίας συνεχίζουν να αποτελούν ο συνδυασμός τόσο των πολιτικών και διπλωματικών ενεργειών σε όλα τα fora, όσο και των λεκτικών προκλήσεων, καθώς και η απειλή ή χρήση βίας. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός για την Τουρκία ότι όλες οι ανωτέρω αμφισβητήσεις, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια ειρηνικής περιόδου, χρειάζονται ένα πέπλο νομιμοποίησης. Συχνά, πλέον, γινόμαστε μάρτυρες των αναφορών της Τουρκίας στο Διεθνές Δίκαιο, όπου το προβάλει ως εργαλείο απόδειξης και υπεράσπισης των «δίκαιων» (κατά αυτή) διεκδικήσεών της, αξιοποιώντας με αυτό τον τρόπο, εκτός των άλλων, το εργαλείο της προπαγάνδας. Τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής, αναφορικά με την κυριαρχία των νησιών του Αιγαίου, είναι ορατά και έχουν διαμορφώσει μια «διαστρέβλωση» της ορθότητας της κατάστασης στην κοινή γνώμη στο εσωτερικό της Τουρκίας και στη διεθνή σκηνή, αλλά χωρίς να αποφεύγεται και η πρόκληση σύγχυσης στο εσωτερικό της Ελλάδας.

Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το Διεθνές Δίκαιο για να μπορέσει να αποτρέψει χειρότερες καταστάσεις στο μέλλον, χωρίς βέβαια να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο της. Το δίκαιο πρέπει να συνδράμει, αλλά και πολύ περισσότερο να συνεπικουρείται από στρατηγικές που δρουν σε όλους τους τομείς των διεθνών σχέσεων του κράτους, και σε όλα τα θεσμικά επίπεδα. Τα Ελληνοτουρκικά θέματα χρειάζονται μία πολυδιάστατη και συνεχή πρακτική, μία υλοποίηση της στρατηγικής υπεράσπισης των εθνικών θέσεων. Από τη μία πλευρά, μπορεί να αξιοποιηθούν τα εργαλεία του δικαίου για να αποδημήσουν τα επιχειρήματα της Τουρκίας και, από την άλλη, για να ενισχύσουν τη διεθνή θέση της χώρας μας, ακόμα και στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε. Για την «αξιοποίηση» του Διεθνούς Δικαίου, βαρύνουσα σημασία έχει η ανάλυση του καθηγητή κ. Στέλιου Περράκη, όπου συγκεκριμένα αναφέρει,

«Η αξιοποίηση του Διεθνούς Δικαίου οδηγεί ασφαλώς σε µία αποτελεσματικότερη ελληνική εξωτερική πολιτική, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση της χώρας στη διεθνή σκηνή. Η αξιοποίηση αυτή συνδέεται µε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η χώρα την εκάστοτε θεσμική της θέση στη διεθνή οργάνωση, διακυβερνητικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης. Η πολυμέρεια και η παρουσία πολλών και αναπτυσσόμενων χωρών (π.χ. Ηνωμένα Έθνη) δίνει πλεονεκτήματα, αλλού υπάρχει θεσμική υπεροχή (Ε.Ε.) έναντι π.χ. της Τουρκίας, παραδοσιακά δύστροπο και διεκδικητικό γείτονα, και αλλού οι δυνατότητες κινήσεων εμφανίζονται περιορισμένες (ΝΑΤΟ), λόγω παρουσίας της υπερδύναμης αλλά και του κανόνα της ισοψηφίας. Εξάλλου, η συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς διασκέψεις και ανάλογες πρωτοβουλίες για προώθηση ζητημάτων ειρήνης ή διευθέτησης διεθνών διαφορών υποστηρίζεται σημαντικά από το ιστορικό παρελθόν της χώρας (δεν υπήρξε ποτέ αποικιακή δύναμη, ενώ ελληνικές κοινότητες ενσωματώθηκαν εύκολα παντού), και προσθέτει στο ισοζύγιο των δυνατοτήτων. Επιπλέον, ως πολιτισμική υπερδύναμη και µε το κύρος που αντλεί διαχρονικά από την κλασσική Αρχαία Ελλάδα, μπορεί να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες. Εξάλλου, η αίσθηση του δικαίου στα περισσότερα ζητήματα τριβής µε τους γείτονες, αλλά και η θέση του Διεθνούς Δικαίου (π.χ. Δίκαιο Θάλασσας 1982 για το καθεστώς Αιγαίου) ενισχύει περαιτέρω το πλαίσιο αξιοποίησης και δράσης.

Αξιοποίηση, βέβαια, σημαίνει άσκηση και καταχώρηση δικαιωμάτων / δυνατοτήτων που προσφέρει το Διεθνές Δίκαιο (π.χ. Σύμβαση Montego Bay), σημαίνει αξιοποίηση ευκαιριών στους Διεθνείς θεσμούς (π.χ. Προεδρίες σε διάφορα όργανα, όπως η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Συμβούλιο του ΟΑΣΕ, το Συμβούλιο της Ε.Ε., ή και η συμμετοχή σε όργανα περιορισμένης συνθέσεως, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας). Η παρουσία της Ε.Ε. στον κόσμο ενισχύει περαιτέρω αυτή τη δυνατότητα σε πολλούς τομείς. Επίσης, η πολιτική δικαιωμάτων του ανθρώπου σε όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς προσφέρει επίσης δυνατότητες, όπως επίσης και ο τομέας της Διεθνούς Δικαιοσύνης, µε θετική αντιμετώπιση διεθνών τριβών / διαφορών, που χρειάζονται ειρηνική διευθέτηση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η χώρα να συμμετέχει σ’ εκείνους του δρώντες που διαμορφώνουν δίκαιο / κουλτούρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που αυθεντικά προάγουν και προστατεύουν τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Από την άλλη πλευρά, απαιτείται αξιολόγηση και αποτίμηση όλων των αδυναμιών που καταγράφηκαν απέναντι σε μικρά και μεγάλα ζητήματα, π.χ. τρόποι αντιμετώπισης της Τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και στην Κύπρο, αλλά και αποκλίνουσες από εθνικά συμφέροντα πολιτικές του ΝΑΤΟ ή της Ε.Ε. ή και θέσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Απαιτείται, επίσης, αξιολόγηση των διαπραγματεύσεων / συμβιβασμών γύρω από τις πτυχές του Αιγαιακού καθεστώτος, ακόμα ο παραμερισμός διεθνών θεσμών και η υποκατάστασή του από διμερείς επαφές που παραδοσιακά οδηγεί σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, όχι απαραίτητα σύμφωνα µε το Διεθνές Δίκαιο. Ακόμη, απαιτείται ρεαλιστική αντιμετώπιση και ερμηνεία τυχόν δυσμενών εξελίξεων σε επίπεδο διεθνών δικαιϊκών ρυθμίσεων ή της διεθνούς Νομολογίας (βλ. Αποφάσεις Διεθνούς Δικαστηρίου, Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)».

Πηγές:

  1. Συρίγος, Μ. Ά. (2015). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2015, σελ. 465-479.
  2. Τσάλτας Γ. (1997). Οι Ελληνοτουρκικές Διαφορές στο Αιγαίο και οι Εξελίξεις του Δικαίου της Θάλασσας, στο Οι Ημερίδες του ΙΣΤΑΜΕ: Η Κρίση στα Ίμια-Εξοπλιστικό Πρόγραμμα-Διακυβερνητική Διάσκεψη του Άμστερνταμ, Α΄ΕΝΟΤΗΤΑ: Οι Θέσεις των Διεθνών Οργανισμών στην Κρίση των Ιμίων. Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου, 1997, σελ. 58-64.
  3. ΥΠΕΞ. (n.d.). Ζητήματα Ελληνοτουρκικών Σχέσεων-Ειδικότερα κείμενα.https://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/eidikotera-keimena/tourkikes-diekdikeseis.html
  4. Γ. Φωτίου, Π. (2013). ΠΕΡΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΔΙΚΑΙΟΥ ΘΑΛΑΣΣΗΣ-ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Β’ ΜΕΡΟΣ, στο περιοδικό «Προβληματισμοί», τ. 71, σελ. 11, έκδοση Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.), ΙΑΝ – ΜΑΡ 2013,στο, https://perialos.blogspot.com/2013/05/blog-post_26.html
  5. Συρίγος, Α. (2018) Τουρκικές Διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. στο Συρίγος Α. – Ντόκος Θ., Σειρά: Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. 35 Χάρτες που Εξηγούν τις Διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας, στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2018, σελ. 50.
  6. Αντωνόπουλος, Κ. (n.d.). Ο Εδαφικός Διακανονισμός της Συνθήκης της Λωζάννης και η Νομολογία Διεθνών Δικαιοδοτικών Οργάνων. στο http://duth.gr/events/more/files/%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%93%CE%97%CE%A3%CE%97%20%CE%91%CE%9D.%CE%9A%CE%91%CE%98%CE%97%CE%93%CE%97%CE%A4%CE%97%20%20%CE%9A%CE%A9%CE%9D.%20%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A5.pdf
  7. Οικονομίδης Κ. Π. (1989). Το Νομικό Καθεστώς των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου: Απάντηση σε Τουρκική Μελέτη του Χουσεΐν Παζαρτζί. ΓΝΩΣΗ, 1989, σελ. 137.
  8. Αργυρόπουλος, Κ. (2018). Το Νομικό Καθεστώς Κυριαρχίας των Νησιών του Αιγαίου (Μέρος 1ο). https://powerpolitics.eu/%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%84%CF%8E%CF%82-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BD%CE%B7%CF%83/
  9. Η Συνθήκη της Λωζάννης 1923. http://hellas0099.com/TREATIES/LAUSANNE%20TREATY.pdf
  10. hellas0099. (1932). Ιταλοτουρκική Συνθήκη, 4 Ιανουαρίου 1932. http://hellas0099.com/TREATIES/italotourkiki%20synthiki%20Kastelorizo%201932%20Ellinika.pdf
  11. Συνθήκη Ιταλίας Τουρκίας- Πρακτικό (procès-verbal), 28 Δεκεμβρίου 1932,στο http://hellas0099.com/TREATIES/italotourkiki%20synthiki%20Kastelorizo%201932%20Ellinika.pdf
  12. [12] Συρίγος, Μ. Ά. Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2015, σελ. 469-471.
  13. Οικονομίδης, Κ. Π., Το Νομικό Καθεστώς των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου. σελ. 137.
  14. Συρίγος Α., Τουρκικές Διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. στο Συρίγος Α. – Ντόκος Θ., Σειρά: Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. 35 Χάρτες που Εξηγούν τις Διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας, στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2018, σελ. 47-55.
  15. Το άρθρο 18 της Συνθήκης για την Κοινωνία των Εθνών προβλέπει την κατάθεση των διεθνών συμφωνιών στην ΚτΕ.
  16. Χρυσοχού, Γ., Το Εύρος της Αιγιαλίτιδα ζώνης της Ελλάδος και η Ελληνικότητα των Αμφισβητούμενων από την Τουρκία Νήσων του Αιγαίου. https://www.researchgate.net/publication/299528314_To_Euros_tes_Aigialitida_zones_tes_Ellados_kai_e_Ellenikoteta_ton_Amphisbetoumenon_apo_ten_Tourkia_Neson_tou_Aigaiou_The_width_of_Greek_territorial_waters_and_the_Hellenic_sovereignty_of_the_disputed_
  17. Περράκης, Στ. and Μαρούδα, Μ. Ντ. (2014). Η ελληνική εξωτερική πολιτική και το διεθνές δίκαιο 1974-2011: Διασταυρούμενες Ματιές. στο Περράκη Στ. (επιμ.), Ελληνική Εξωτερική Πολιτική και Διεθνές Δίκαιο. Όστρια 2014, σελ 99-101, καθώς και στο: https://www.academia.edu/31136715/_%CE%A0%CE%B5%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CF%84._%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1_%CE%9C._%CE%9D%CF%84._%CE%97_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF_%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF_1974-2011_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%82_%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AD%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CE%A3%CF%84._%CE%A0%CE%B5%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7_%CE%A3%CF%84._%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC._%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1_2014_%CF%83%CE%B5%CE%BB_11-101 , σελ 57-59.

Tagged under:

Κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου "Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματικές Σπουδές" του Παντείου Πανεπιστημίου και απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του ίδιου φορέα. Μέλος του Maritime and Seapower Analysis Group. Συνεργαζόμενο μέλος του Τομέα Θαλάσσιας Στρατηγικής του ΕΛΙΣΜΕ.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest