Το νομικό καθεστώς προστασίας της Μεσογείου: η Σύμβαση της Βαρκελώνης

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Εισαγωγή

Ένας από τους διασημότερους γεωγράφους της αρχαιότητας, ο Στράβων, την ονόμασε  “η εντός και καθ’ ημάς λεγόμενη θάλασσα” ενώ, αργότερα, οι Ρωμαίοι θα τη χαρακτηρίσουν “mare nostrum”. Ο λόγος για τη Μεσόγειο που, αν και καλύπτει μόνο το 0,8% της συνολικής επιφάνειας των θαλασσών παγκοσμίως, αποτελεί ένα ιδιαιτέρως σημαντικό οικοσύστημα, αλλά και μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση ημίκλειστες θάλασσες της υφηλίου. Είναι η θάλασσα με τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη, καθώς φιλοξενεί μεγάλη ποικιλία οργανισμών, με πάνω από 12.000 είδη φυτών και ζώων. Παρά τη σπουδαιότητά της, όμως, ο ανάλογος σεβασμός προς το περιβάλλον απουσιάζει, με αποτέλεσμα η κατάστασή της σήμερα να θεωρείται ανησυχητική, καθώς η Μεσόγειος συνιστά μία από τις πιο μολυσμένες θάλασσες στον κόσμο.

Πρέπει να επισημανθεί πως η Μεσόγειος ανήκει στις “ημίκλειστες θάλασσες”, καθώς συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 122 της Διεθνούς Σύμβασης του Δικαίου Θαλάσσης του 1982, περί των “Κλειστών και Ημίκλειστων Θαλασσών” (Enclosed or Semi-Enclosed Seas). Πιο συγκεκριμένα, διαθέτει δύο μόνο στενά σημεία επαφής με τους ωκεανούς -τη διώρυγα του Suez στα ανατολικά, και τα στενά του Gibraltar στα δυτικά-, με αποτέλεσμα τα νερά της να χρειάζονται έναν αιώνα για να καθαριστούν, και να ανανεωθούν. Επιπλέον, οι ερευνητές του Κοινού Ερευνητικού Κέντρου (J.R.C.) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Επιστήμης της Βαρκελώνης, δημοσιεύοντας σχετική έκθεση στο περιοδικό “Nature Scientific Reports”, τονίζουν ότι, εκτός από τον περίκλειστο χαρακτήρα της, η Μεσόγειος κρύβει και ένα “δομικό” πρόβλημα: το θαλάσσιο οικοσύστημά της παρουσιάζει χαμηλή πρωτογενή παραγωγικότητα, καθώς εκ φύσεως δεν παράγει φυτοπλαγκτόν σε αφθονία, το οποίο βρίσκεται στη βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας. Ως φυσικό επακόλουθο, τα χαρακτηριστικά αυτά καθιστούν τη Μεσόγειο ιδιαίτερα ευάλωτη στις διάφορες μορφές ρύπανσης.

Παρότι, σήμερα, το ζήτημα της ρύπανσης της περιοχής της Μεσογείου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα περιβαλλοντικά προβλήματα, με δυσμενείς συνέπειες τόσο σε περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο, όσο και στην ανθρώπινη υγεία, αυτό φαίνεται να μην απασχολεί ιδιαίτερα τους εθνικούς μηχανισμούς. Ειδικότερα, η θαλάσσια ρύπανση ορίζεται από την αρμόδια ομάδα ειδικών του Ο.Η.Ε. (Group of Experts on the Aspect Of Marine Environmental Protection-G.E.S.A.M.P.) ως “η εισαγωγή από τον άνθρωπο, άμεσα ή έμμεσα, επιβλαβών ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη διαταραχή του θαλάσσιου οικοσυστήματος, κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, δημιουργία εμποδίων για τις θαλάσσιες δραστηριότητες (συμπεριλαμβανομένης της αλιείας), καθώς και ελάττωση θελκτικότητας των υδάτων”. Ο ορισμός αυτός τονίζει τον ανθρώπινο παράγοντα αναφορικά με την προκαλούμενη ρύπανση, μιας και τεκτονικές δραστηριότητες, όπως ηφαίστεια και καταιγίδες, εξαιρούνται.

Η δράση των Μεσογειακών κρατών

Κατά τη δεκαετία του 1970, τα κράτη της Μεσογείου, φοβούμενα μια μελλοντικά μη αναστρέψιμη ρύπανση της θαλάσσιας περιοχής, θεώρησαν αναγκαία τη μεταξύ τους συνεργασία. Αυτό επετεύχθη με την υιοθέτηση του Μεσογειακού Σχεδίου Δράσης (Mediterranean Action Plan), που υπεγράφη το 1975 από 16 μεσογειακά κράτη και την τότε Ε.Ο.Κ., με στόχο τον έλεγχο της θαλάσσιας ρύπανσης. Αξίζει να επισημανθεί πως αυτό ήταν το πρώτο σχέδιο που υιοθετήθηκε, ως περιφερειακό πρόγραμμα θαλάσσιας προστασίας υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε.

Παρά ταύτα, οι αυξανόμενες απαιτήσεις για μια πιο ολοκληρωμένη περιβαλλοντική προστασία δημιούργησαν την επιτακτική ανάγκη διαμόρφωσης σχετικού νομικού καθεστώτος, κατά την επόμενη κιόλας χρονιά. Έτσι, τα ίδια κράτη υιοθέτησαν το 1976 το καθεστώς της Σύμβασης της Βαρκελώνης, το οποίο σήμερα απαρτίζεται από 22 κράτη. Η Σύμβαση αυτή αποτελεί ορόσημο για την προστασία της Μεσογείου. Σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να διασαφηνιστεί ότι η έννοια “καθεστώς” διαφοροποιείται από τις κλασσικές διεθνείς συμβάσεις και τα σύμφωνα διότι, σε ένα καθεστώς, εξέχοντα χαρακτηριστικά αποτελούν η σταθερότητα και η περιοδικότητα στις συναντήσεις των μετεχόντων κρατών, που έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του κειμένου της αρχικής συμφωνίας, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες, ενώ μπορούν να υιοθετούν και Πρωτόκολλα. Το 1995 η Σύμβαση υπέστη αλλαγές, και τα συμβαλλόμενα κράτη υιοθέτησαν επτά Πρωτόκολλα, τα οποία είναι:

  • το τροποποιημένο Πρωτόκολλο για την πρόληψη και εξάλειψη της ρύπανσης της Μεσογείου θάλασσας από απόρριψη από πλοία και αεροσκάφη, ή από αποτέφρωση στη θάλασσα,
  • το Πρωτόκολλο σχετικά με τη συνεργασία για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία και, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, για την καταπολέμηση της ρύπανσης της Μεσογείου θάλασσας,
  • το τροποποιημένο Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου θάλασσας από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές και δραστηριότητες,
  • το νέο Πρωτόκολλο σχετικά με τις ειδικά προστατευόμενες περιοχές και τη βιοποικιλότητα στη Μεσόγειο,
  • το πρόσθετο Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου θάλασσας από τη ρύπανση που προέρχεται από την εξερεύνηση και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και του θαλάσσιου βυθού και του υπεδάφους του,
  • το πρόσθετο Πρωτόκολλο για την πρόληψη της ρύπανσης της Μεσογείου θάλασσας από τις διασυνοριακές μετακινήσεις επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους,
  • και, τέλος, το πρόσθετο Πρωτόκολλο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων περιοχών στη Μεσόγειο.

Μάλιστα, το τελευταίο αυτό Πρωτόκολλο συνιστά το μοναδικό νομοθετικό κείμενο σε αυτόν τον τομέα, σε περιφερειακή κλίμακα, που στοχεύει στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης του παράκτιου χώρου της Μεσογείου, δίνοντας έμφαση τόσο στη βιώσιμη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, όσο και στη διαχείριση των υδάτων. Πιο συγκεκριμένα, με βάση το Άρθρο 15, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν, σε εθνικό επίπεδο, δραστηριότητες ευαισθητοποίησης, ανάπτυξης εκπαιδευτικών προγραμμάτων και παροχής δυνατότητας διεπιστημονικής έρευνας στο πεδίο της ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών. Για τον σκοπό αυτό, καλούνται να ιδρύσουν ή να υποστηρίξουν εξειδικευμένα ερευνητικά κέντρα. Εντούτοις, τα παραπάνω έγκεινται στις δράσεις κάθε κράτους ξεχωριστά, ανάλογα με τον βαθμό που το καθένα επιθυμεί να προωθήσει την ενασχόληση με τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Για το καθεστώς της Σύμβασης της Βαρκελώνης καίριο είναι το Άρθρο 4, που αναφέρει τις γενικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων κρατών. Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτό, τα κράτη υποχρεούνται να λαμβάνουν, μεμονωμένα ή από κοινού, όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή της Μεσογείου. Μάλιστα, μεταξύ των υποχρεώσεων εμφανίζονται -για πρώτη φορά- δυο βασικές αρχές, καθώς το αντίστοιχο Άρθρο 4 της αρχικής Σύμβασης περιοριζόταν αποκλειστικά στη συναίνεση ως νομιμοποιητική βάση για τη διακυβέρνηση του αντικειμένου και του σκοπού του αρχικού συμβατικού καθεστώτος (Ε. Ραυτόπουλος, 2014). Όπως, λοιπόν, προβλέπεται στο άρθρο της αναθεωρημένης Σύμβασης, η πρώτη είναι η “αρχή της πρόληψης”, δυνάμει της οποίας καθίσταται αναγκαία η λήψη αποδοτικών μέτρων για την πρόληψη της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ενώ, με βάση τη δεύτερη αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, το κόστος των μέτρων για τη μείωση της ρύπανσης βαραίνει αποκλειστικά τον ρυπαίνοντα.

Επιπρόσθετα, το καθεστώς της Σύμβασης προβλέπει κάποιους μηχανισμούς συμμόρφωσης προς αυτή, οι οποίοι, σύμφωνα με τα Άρθρα 26 και 27, λαμβάνουν τη μορφή εκθέσεων που υποβάλλονται από τα συμβαλλόμενα κράτη για την επιβεβαίωση της εναρμόνισης της εθνικής τους νομοθεσίας. Η υποβολή εκθέσεων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, δεδομένου ότι παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις, τα αποτελέσματα και τα προβλήματα που προκύπτουν σε εθνικό επίπεδο, και προωθεί τη διαφάνεια, η οποία οδηγεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων προστασίας και διατήρησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Όμως, με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται πως η εκτίμηση της συμμόρφωσης δεν βασίζεται σε τυπικές νομικές κατηγορίες, αλλά λειτουργεί συνολικά. Με άλλα λόγια, δεν εγκαθιδρύεται ειδικός μηχανισμός συμμόρφωσης, καθώς η απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωση συνδέεται αποκλειστικά με την υποβολή εκθέσεων εκ μέρους των συμβαλλομένων κρατών (Ε. Ραυτόπουλος, 2014).

Παράλληλα, ενώ στο Άρθρο 16 γίνεται αναφορά στις περιπτώσεις ευθύνης και στην πιθανή αποζημίωση εκ μέρους των κρατών, δεν υπάρχει ένα ρυθμιστικό καθεστώς για την έννοια της εν λόγω ευθύνης και της ζημίας. Μόνο η Οδηγία 2004/35/ΕΚ, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη, δίνει έναν πλήρη ορισμό του τί συνιστά περιβαλλοντική ζημία, και θεσπίζει κανόνες με βάση την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”. Αυτό σημαίνει ότι, για παράδειγμα, μια εταιρεία που προκαλεί περιβαλλοντική ζημία πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα πρόληψης ή αποκατάστασης, αλλά και να επωμιστεί όλες τις σχετικές δαπάνες. H ζημία θεωρείται ότι έχει αποκατασταθεί, από τη στιγμή που το περιβάλλον επιστρέψει στην προγενέστερη κατάστασή του. Έτσι, ως περιβαλλοντική ζημία ορίζεται “η ζημία η οποία επηρεάζει σοβαρά την περιβαλλοντική (χημική ή οικολογική) κατάσταση των υδάτων, η ζημία του εδάφους, η οποία δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, και η ζημία των προστατευόμενων ειδών και των φυσικών οικοτόπων, δηλαδή χερσαίων περιοχών ή υγροτόπων που διακρίνονται χάριν των βιολογικών και γεωγραφικών χαρακτηριστικών τους”. Στην έκθεση εφαρμογής του 2016, κατά την οποία εξετάστηκε η εμπειρία από την εφαρμογή της προαναφερόμενης Οδηγίας από το 2007 έως και το 2013, επιβεβαιώνεται πως, ενώ η Οδηγία δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως, υπήρξε αποτελεσματική ως προς τις περιβαλλοντικές ζημίες και ως προς την παροχή κινήτρων για πρόληψη.

Επίλογος

Συμπερασματικά, η Σύμβαση της Βαρκελώνης καταφέρνει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της θαλάσσιας ρύπανσης σφαιρικά, αποτελώντας ένα σύστημα ολοκληρωμένης προστασίας του οικοσυστήματος, ενώ συμπληρώνεται από εξειδικευμένα Πρωτόκολλα, που αναφέρονται στις κυριότερες μορφές και πηγές της εν λόγω ρύπανσης. Ωστόσο, δυστυχώς, οι παραπάνω διατάξεις δεν άπτονται ενός κανονιστικού πλαισίου αυστηρής νομικής δεσμευτικότητας, και δεν συνοδεύονται από κυρώσεις. Τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα πως, παρά τις συντονισμένες προσπάθειες των Μεσογειακών κρατών, οι υφιστάμενες απειλές θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στο μέλλον, εάν δεν υιοθετηθούν άμεσα εφαρμόσιμα και στοχευμένα μέτρα από όλα τα Μεσογειακά κράτη ανεξαιρέτως. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αυστηρότερη νομοθεσία από την πλευρά των μεμονωμένων κρατών, αλλά και καλύτερη εφαρμογή της Σύμβασης της Βαρκελώνης, προκειμένου η κατάσταση να μην χαρακτηριστεί -κατά τα επόμενα χρόνια- ως μη αναστρέψιμη.

Πηγές:

  1. CNN.gr. (2017). Η θαλάσσια ζωή της Μεσογείου εκπέμπει σήμα κινδύνου. [online] Available at: http://www.cnn.gr/news/ellada/story/75998/h-thalassia-zoi-tis-mesogeioy-ekpempei-sima-kindynoy [Accessed 21 May 2017].
  2. Fao.org. (1991). GESAMP Reports and Studies No.47. [online] Available at: http://www.fao.org/docrep/006/u3100e/u3100e00.HTM [Accessed 21 May 2017].
  3. Hero. (2014). 12 Years Herrco Annual Report. [online] Available at: http://www.herrco.gr/UserFiles/newsletters/2014-annual-report-en.pdf [Accessed 21 May 2017].
  4. Un.org. (n.d.). Preamble to the United Nations Convention on the law of the sea. [online] Available at: http://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/part9.htm [Accessed 21 May 2017].
  5. Unep.org. (n.d.). UNEPMAP. [online] Available at: http://www.unep.org/unepmap/ [Accessed 21 May 2017].
  6. Ypeka.gr. (n.d.). Convention for the Protection of the Marine Environment and the Coastal Region of the Mediterranean. [online] Available at: http://www.ypeka.gr/LinkClick.aspx?fileticket=30r%2B7BeaSOo%3D&tabid=406&language=el-GR [Accessed 21 May 2017].
  7. ΕΟΑΝ. (2014). Έκθεση για την ανακύκλωση στην Ελλάδα. [online] Available at: https://www.eoan.gr/uploads/files/303/56670d376348f2cf938fa4e9eedfc77bdb5be4b7.pdf [Accessed 21 May 2017].
  8. Νόμος και Φύση. (2011). Τα διεθνή καθεστώτα ως εργαλεία διαχείρισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων. [online] Available at: http://nomosphysis.org.gr/12320/ta-diethni-kathestota-os-ergaleia-diaxeirisis-ton-periballontikon-problimaton-septembrios-2011/ [Accessed 21 May 2017].
  9. Ραυτόπουλος, Ε. (2014). Συμβατική Περιβαλλοντική Διακυβέρνηση & Μεσόγειος ή Plus Ultra. 1st ed. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ.

 

Tagged under:

Απόφοιτη του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ενδιαφέρεται για τον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και για τη διεθνή ασφάλεια και άμυνα. Έχει παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων διεθνούς πολιτικής και στρατηγικής και έχει συμμετάσχει σε προσομοίωση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και σε χαμηλότερο επίπεδο ιταλικά.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest