Η Μάχη του Καλλόντεν και η εξέγερση των Ιακωβιτών

Η μάχη του Καλλόντεν (16 Απριλίου του 1746) μπορεί να μην αποτέλεσε μία από τις αποφασιστικές μάχες «που διαμόρφωσαν τον κόσμο», αλλά υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές όσον αφορά την πολιτισμική μνήμη των Σκωτσέζων. Παρότι αποτέλεσε μία μάχη στα μέσα του 18ου αιώνα με μικρή στρατηγική και τακτική σημασία (Pittock, 2016), παραμένει μία από αυτές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της Μεγάλης Βρετανίας. Πιο συγκεκριμένα, αποτέλεσε την τελευταία εγχώρια αμφισβήτηση των πράξεων της Ένωσης, οι οποίες, εν τέλει, διαμόρφωσαν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας.

Πρίγκιπας Κάρολος Εδουάρδος

Η μάχη του Καλλόντεν (Culloden) υπήρξε η τελική έκβαση μιας σειράς αναμετρήσεων από τις αρχές του 1745, και διεξήχθη ανάμεσα στο στρατό των Ιακωβιτών, με αρχηγό τον Πρίγκιπα Κάρολο Εδουάρδο, και τα στρατεύματα του βασιλιά Γεωργίου. Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν τη Μεγάλη Βρετανία διαιρεμένη ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα: σε αυτούς που, μετά την καθαίρεσή του από το θρόνο το 1688, υποστήριζαν το βασιλιά Ιάκωβο Β’ της δυναστείας των Stuart και τους απογόνους του, τους λεγόμενους Ιακωβίτες, και σε αυτούς που υποστήριζαν τον οίκο του Ανοβέρου. Ο οίκος του Ανοβέρου περιθωριοποιούσε τον καθολικισμό στη Μεγάλη Βρετανία, εν αντιθέσει με τη δυναστεία των Στιούαρτ που ήταν καθολικοί.

Μετά από μία ήδη αποτυχημένη εξέγερση των Ιακωβιτών, το 1715, και λόγω της αρωγής σε αυτούς από μέρος των Tories –ένα εκ των δύο πολιτικών κομμάτων που δρούσαν στη Μεγάλη Βρετανία εκείνη την εποχή, και επιθυμούσαν μία πιο απόλυτη μορφή μοναρχίας– ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ τους απαγόρευσε τη συμμετοχή τους σε πολλά δημόσια αξιώματα. Αυτό συντέλεσε, ώστε πολλοί από την πλευρά των Tories να υποστηρίξουν την εξέγερση των Ιακωβιτών που ακολούθησε το 1745.

Η διαμάχη από την πλευρά των υποστηρικτών του βασιλιά αφορούσε ένα ισχυρό, ενοποιημένο κράτος, και την περιθωριοποίηση του καθολικισμού. Εν αντιθέσει, από την πλευρά του Ιακωβιτικού στρατού, η διαμάχη είχε ως διακύβευμα την παλινόρθωση της δυναστείας των Stuart, καθώς και την ισχυροποίηση του Καθολικισμού και της σκωτσέζικης κυριαρχίας σε ένα πιο συνομοσπονδιακού τύπου κράτος (Pittock, 2016).

Η εξέγερση ως κομμάτι του παζλ στον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής

Η σημασία της μάχης, ωστόσο, δεν έγκειται μόνο στα εγχώρια ζητήματα της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά αποτέλεσε και ένα παρασκήνιο ενός ευρωπαϊκού πολέμου που λάμβανε χώρα την ίδια περίοδο. Ο Πόλεμος της Αυστριακής Διαδοχής (1740-1748) έφερε σε αντιπαράθεση τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, και η μάχη του Καλλόντεν αποτέλεσε ένα μέρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε μία πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση, ευρωπαϊκής εμβέλειας (Szechi, 2009). Η απουσία μεγάλου μέρους των στρατευμάτων στα Highlands της Σκωτίας, για την καταστολή της εξέγερσης των Ιακωβιτών, καθώς και του ίδιου του Cumberland, συντέλεσε στην προώθηση της Γαλλίας στην περιοχή των Κάτω Χωρών – στη σημερινή Ολλανδία, που τότε μεγάλο μέρος της άνηκε στην Αυστρία.

Οι Γάλλοι, ενώ συνέχιζαν να βρίσκονται σε πόλεμο με τη Μεγάλη Βρετανία, θέλησαν να εκμεταλλευτούν τους Ιακωβίτες προς όφελός τους. Ο τότε βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ΙΕ΄, προετοίμασε μία εισβολή προς την Αγγλία, αλλά ο καιρός ανάγκασε τους Γάλλους να στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τα αυστριακά εδάφη στην Ολλανδία. Η νίκη των Γάλλων στη μάχη του Fontenoy, το Μάιο του 1745, και η ήττα των Άγγλων επίσπευσε την εξέγερση των Ιακωβιτών. Η απουσία και η ήττα του Cumberland ευνοούσαν την προσπάθειά τους.

Στα τέλη, ωστόσο, του 1745, και δίχως τη γαλλική απόβαση στη Μεγάλη Βρετανία, ο Πρίγκιπας Κάρολος Εδουάρδος Στιούαρτ, έχοντας χάσει την πίστη του στην όποια γαλλική βοήθεια, αποφάσισε την υποχώρηση από το Derby –το οποίο βρισκόταν έξι μέρες απόσταση από το Λονδίνο–, και την επιστροφή στα εδάφη της Σκωτίας. Η απόφαση αυτή οδήγησε τον Ιακωβιτικό στρατό να εγκατασταθεί στο Inverness, χάνοντας την ευκαιρία για μία –αμφίβολη– προέλαση στο Λονδίνο. Με την επιστροφή στα Highlands της Σκωτίας, διαφαίνεται πως η τελική μάχη μεταξύ των δύο στρατών θα δοθεί στο Καλλόντεν (Duffy, 2009).

Η μάχη του Καλλόντεν:

Με το Inverness να αποτελεί τη μόνη μεγάλη πόλη κάτω από τον έλεγχό τους, οι Ιακωβίτες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να πολεμήσουν ή να υποχωρήσουν, ενώ τέθηκε το ζήτημα για το εάν θα έπρεπε να προβούν σε άτακτο πόλεμο ενάντια στα στρατεύματα του Γεωργίου. Εν τέλει, η ιδέα του άτακτου πολέμου απορρίφθηκε, διότι θα υπονόμευε το αφήγημα του Πρίγκιπα Καρόλου για τη νομιμότητα της διαδοχής του στο θρόνο. Παράλληλα, στις αρχές του Απριλίου, παρόλο που ο Πρίγκιπας δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει το συνολικό αριθμό των στρατευμάτων του στο Inverness, η έλλειψη χρημάτων και η δυσκολία ανεφοδιασμού καθιστούσαν τη μάχη ανάμεσα στους δύο στρατούς αναπόφευκτη.

Στις 15 προς 16 Απριλίου του 1746, σχεδιάστηκε μία βραδινή αιφνιδιαστική επίθεση στα στρατεύματα του Cumberland, στρατηγού των βασιλικών στρατευμάτων, αλλά τελευταία στιγμή εγκαταλείφθηκε, οδηγώντας τους Ιακωβίτες –κουρασμένους και με κατακερματισμένο το ηθικό τους– στο πεδίο της μάχης. Οι στρατιές του Cumberland ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση για να πολεμήσουν, ενώ βρίσκονταν μόλις έξι χιλιόμετρα από το τελικό πεδίο της μάχης. Η επιλογή του πεδίου έγινε βιαστικά, λόγω έλλειψης χρόνου, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για αιφνιδιαστική επίθεση. Τα στρατεύματα δεν είχαν προλάβει να προετοιμαστούν, αλλά πλέον δεν μπορούσαν να υποχωρήσουν. Ο στρατός του Πρίγκιπα Κάρολου εξαπέλυσε επίθεση, αλλά δεν κατάφερε να κρατήσει τη συνοχή της πρώτης γραμμής του στρατεύματος. Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορέσει να σπάσει την άμυνα του εχθρού, οδηγώντας στην τελική ήττα (Duffy, 2009). Γύρω στους 1000 άνδρες από τη πλευρά των Ιακωβιτών πέθαναν στη μάχη, ενώ η καταδίωξη των υπόλοιπων αύξησε τον αριθμό.

Ο απόηχος της μάχης του Καλλόντεν:

Απομονώνοντας τη Μάχη από τις διεθνείς συγκυρίες, η Μάχη του Καλλόντεν είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη της εσωτερικής «απειλής» για μια ακόμη εξέγερση Ιακωβιτών που θα διατάρασσε τα εσωτερικά της Μεγάλης Βρετανίας. Αποτέλεσε την τελευταία μάχη σε βρετανικό έδαφος, και συντέλεσε ώστε η Μεγάλη Βρετανία να γίνει ηγεμονική δύναμη του διεθνούς συστήματος. Η πλήρης εξάλειψη των Ιακωβιτών, από τα τέλη του 1750, οδήγησε στην απομάκρυνση των Tories από την πολιτική σκηνή για ένα χρονικό διάστημα στις αρχές του 1760, οδηγώντας, παράλληλα, περαιτέρω στην κυριαρχία των Whigs – του δεύτερου κόμματος που δρούσε εκείνη την εποχή, το οποίο ήταν υπέρ μιας συνταγματικής μοναρχίας και, κατ’ επέκταση, της παγίωσης του κοινοβουλευτισμού στη Μεγάλη Βρετανία.

Αυτοί οι οποίοι υπέφεραν περισσότερο από την τελική έκβαση της μάχης ήταν οι Σκωτσέζοι Ιακωβίτες. Μετά τη μάχη, χιλιάδες εκτελέστηκαν, ενώ γύρω στους δύο χιλιάδες στάλθηκαν στις τότε Αποικίες. Από το 1747, θεσπίστηκαν μία σειρά από μέτρα, που στόχο είχαν την πλήρη πάταξη της ιακωβιτικής απειλής: Τα Highlands αφοπλίστηκαν, η παραδοσιακή ενδυμασία απαγορεύτηκε, και ο τρόπος ζωής των Highlanders έπαψε να υφίσταται. Ακόμη και μετά τη λήξη της μάχης του Καλλόντεν, η βρετανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αφήσει στρατεύματά της πίσω στη Σκωτία, υπό το φόβο μιας ακόμη εξέγερσης.

Παράλληλα, οι Αυστριακοί, μη έχοντας εμπιστοσύνη στη σταθερότητα των Whigs, έληξαν τον πόλεμο με την Πρωσία, παραδίδοντάς τους και τη Σιλεσία (Szechi, 2009). Στο αντίθετο σενάριο, η νίκη του στρατού του Πρίγκιπα Καρόλου πιθανότατα θα είχε οδηγήσει σε μία πιο στενή συμμαχική σχέση με τη Γαλλία, και η ιστορία θα είχε διαμορφωθεί διαφορετικά απ’ ό,τι ξέρουμε.

Κλείνοντας, ανεξάρτητα από το πώς αποφασίζει κανείς να ερμηνεύσει την εξέγερση των Ιακωβιτών –και τη μετέπειτα αφήγηση των γεγονότων–, η μάχη αυτή παγίωσε την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία. Η τελική έκβαση της μάχης οριστικοποίησε τη ρήξη με τους θεσμούς που συνδέονταν με τον Ιακωβιτισμό, και αποτέλεσε τη νίκη του βρετανικού νεωτερισμού έναντι της εξέγερσης που παρουσιαζόταν ως οπισθοδρομική από τη Βρετανική προπαγάνδα. Στη σύγκρουση ανάμεσα στο παραδοσιακό και το μοντέρνο, στη μοναρχική εξουσία και τη συνταγματική μοναρχία, στον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό, οι δεύτεροι επικράτησαν έναντι των πρώτων, και έδωσαν το έναυσμα στη Μεγάλη Βρετανία να γίνει κυρίαρχη δύναμη, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Πηγές:

  1. Pittock, M. (2016). Great battles, Culloden. United States of America: εκδόσεις:  Oxford University Press. pp13-57
  2. Pollard, T. (2009). Culloden: The history and archeology of the last clan battle. South Yorkshire. Εκδόσεις: Pen & Sword Military. pp17-37, 218-238
  3. Prebble, J. (2002). Culloden. London. Εκδόσεις: Pilmico. pp63-92
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest