Τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα

Στην πρώτη γραμμή των γεγονότων εντοπίζεται σταθερά το ζήτημα της προστασίας των μειονοτήτων ανά την υφήλιο. Ενώ η ουσιαστική κατοχύρωση της εν λόγω προστασίας θεωρείται δύσκολη κατάκτηση για την αποφυγή κάθε είδους απομόνωσης, η πρόοδος και οι εξελίξεις στον τομέα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διεθνές, ενωσιακό και εθνικό επίπεδο συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο για τη θεσμοθέτηση προστατευτικού πλαισίου για κάθε μειονότητα, με απώτερο στόχο την ένταξη και όχι την απομόνωση.

Κατά τον ιστορικό ρου, οι Βαλκανικοί και οι ελληνοτουρκικοί πόλεμοι, καθώς και η γεωγραφική θέση της Ελλάδας συνετέλεσαν στην εγκατάσταση μειονοτικών ομάδων στην ελληνική επικράτεια.

Ορισμός του όρου “μειονότητα”

Μεταξύ άλλων, αντιπροσωπευτικός θεωρείται ο ορισμός που δόθηκε από τον Francesco Capotorti, εισηγητή της Υποεπιτροπής των Ηνωμένων Εθνών. Όρισε τις μειονότητες ως “ομάδες ενός πληθυσμού οι οποίες έχουν και επιθυμούν να διατηρήσουν εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές παραδόσεις, είτε χαρακτηριστικά σαφώς διαφορετικά από αυτά του λοιπού πληθυσμού. Αυτές οι μειονότητες θα πρέπει να περιλαμβάνουν έναν αριθμό ατόμων επαρκών αφ’ εαυτών να διατηρήσουν τέτοιες παραδόσεις και χαρακτηριστικά, και θα πρέπει να είναι πιστές στο κράτος του οποίου είναι πολίτες.”

Έπειτα, στις προσπάθειες ορισμού της ως άνω έννοιας συγκαταλέγεται και η πρόταση πρόσθετου πρωτοκόλλου που εξέτασε η Νομική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης (Parliamentary Assembly Doc. 1299, 1961) στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 1 της πρότασης πρωτοκόλλου ορίζει ότι: “Για τους σκοπούς της σύμβασης, η έκφραση “εθνική μειονότητα” αναφέρεται σε ομάδα ατόμων σε ένα κράτος που: i. κατοικούν στο έδαφός του και είναι πολίτες του, ii. διατηρούν μακροχρόνιους, ισχυρούς και διαρκείς δεσμούς με αυτό το κράτος, iii. παρουσιάζουν ξεχωριστά εθν(οτ)ικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά, iv. είναι αριθμητικά επαρκείς προς αντιπροσώπευση, αν και λιγότεροι από τον υπόλοιπο πληθυσμό αυτού του κράτους ή μιας περιοχής του κράτους, v. έχουν ως κίνητρο ένα ενδιαφέρον να διατηρήσουν μαζί εκείνο το οποίο συνιστά την κοινή τους ταυτότητα, συμπεριλαμβανομένης της κουλτούρας, των παραδόσεων, της θρησκείας ή της γλώσσας τους». Ο ορισμός, παρότι λεπτομερής, εστιάζει στη βασική αντίληψη του συνδυασμού αντικειμενικών με υποκειμενικά στοιχεία, εντοπίζοντας τους δεσμούς της μειονότητας με το κράτος που τη φιλοξενεί.

Μουσουλμανική Μειονότητα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα παρατηρείται σημαντικός αριθμός μειονοτικών ομάδων. Ωστόσο, η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης είναι η μόνη ρητά αναγνωρισμένη στην Ελλάδα, και αποτελείται από μία εθνική ομάδα, τρεις εθνοτικές ομάδες-τους Τούρκους, τους Πομάκους και τους Ρομά- και τρεις γλωσσικές αντίστοιχα (Τσιτσελίκης, Κ. και Χριστόδουλος, Δ. 1997).

Ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης μειονότητας, όμως, δεν μπορεί να την κατατάξει αποκλειστικά ως μία εθνική μειονότητα, αφού η υπόστασή της εξαρτήθηκε αρχικά από το κριτήριο της θρησκείας. Με βάση το κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης, η ελληνική πλευρά υποστηρίζει σταθερά τον επίσημο θρησκευτικό προσδιορισμό της μειονότητας ως μουσουλμανικής, χωρίς αναφορά στον τουρκικό της χαρακτήρα. Παράλληλα, η θέση αυτή προβάλλει την ανομοιογενή εθνοτική και γλωσσική σύνθεση της εν λόγω μειονότητας. Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός της ως τούρκικης δεν φαίνεται να έχει αντικειμενική υπόσταση, ακόμη και αν η τουρκική πλευρά διεκδικεί την αναγνώρισή της. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του τούρκου μελετητή Oran, κατά τον οποίο: “η μειονότητα πρέπει στο μέλλον να μην υποτιμήσει το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες πολίτες τουρκικής καταγωγής και μουσουλμανικού θρησκεύματος. Αν, αντίθετα, προσπαθήσει να υπερτονίσει την τουρκικότητά της με την έννοια της άμεσης σύνδεσής της με την κρατική υπόσταση της Τουρκίας και όχι με την κοινή εθνική καταγωγή, τότε θα χάσει και τους υποστηρικτές της στη διεθνή σκηνή. Εξάλλου αυτή είναι η μόνη προοπτική που θα οδηγήσει στην ευημερία της ίδιας της μειονότητας”.

Στοιχεία Μουσουλμανικής Μειονότητας

Ιδιαίτερη σημασία για την προσέγγιση της ανωτέρω μειονότητας έχει η γεωγραφική κατανομή της, καθώς και οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης των ατόμων που την απαρτίζουν. Αναφορικά με τη γεωγραφική κατανομή, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της μειονότητας κατοικεί στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, ενώ ένα μικρό μέρος του στο νομό Έβρου. Έπειτα, το αστικό, αλλά κυρίως το αγροτικό περιβάλλον, καθώς και οι ορεινές και πεδινές περιοχές προσδιορίζουν την κοινωνική και οικονομική ζωή των ατόμων αυτών. Ειδικότερα, ο τομέας της αγροτικής παραγωγής αποτελεί τον βασικότερο τομέα απασχόλησής τους, αφού συμβάλλει κατά 70% περίπου στη διαμόρφωση του οικογενειακού εισοδήματος, και συνιστά καθοριστικό παράγοντα της οικονομίας. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 παρουσιάστηκε μία έντονη τάση αστικοποίησης. Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρω, το μορφωτικό επίπεδο της μειονότητας ήταν και παραμένει αρκετά χαμηλό, ενώ μικρό μόνο ποσοστό του πληθυσμού ασχολείται με επαγγέλματα που απαιτούν υψηλό επίπεδο μόρφωσης, και οι περισσότεροι από αυτούς κατοικούν στο νομό Ροδόπης.

Αναφορικά με την οικονομική ανάπτυξη του μειονοτικού πληθυσμού, εκείνη είναι αρκετά περιορισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που δεν επιτρέπει την σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη του πληθυσμού είναι η ισλαμική θρησκεία, η οποία καθορίζει και επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά των μουσουλμάνων και διαμορφώνει τους οικονομικούς θεσμούς στις ισλαμικές κοινωνίες. Άλλωστε, συνθήκες έντονης γεωγραφικής, κοινωνικής και οικονομικής απομόνωσης χαρακτηρίζουν τη ζωή της μουσουλμανικής μειονότητας.

Προστασία μειονοτήτων στην Ελλάδα

Κάθε άτομο που ζει στην ελληνική επικράτεια, και επομένως κάθε άτομο που ανήκει στην εκάστοτε μειονότητα, απολαμβάνει της προστασίας που ορίζεται από τις συνταγματικές διατάξεις. Σαφέστερα, στο άρθρο 2 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπεται ότι “ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προστατεύεται η αξία όλων των ανθώπων, χωρίς καμία εξαίρεση – δηλαδή αδιακρίτως φυλής, εθνικότητας, φύλου ή άλλης φύσεως ιδιαιτερότητας. Το αγαθό της αξίας του ανθρώπου αναφέρεται στην ουσία της ανθρώπινης προσωπικότητας, και δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό (Δαγτόγλου, 2004).

Στη συνέχεια, στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπεται ότι “Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας.” Προβλέπεται, δηλαδή, η αρχή της μη διάκρισης για λόγους εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Η αρχή της μη διάκρισης εξ αιτίας εθνικότητας, φυλής, χρώματος, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων καθιερώνεται και στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο “χρήση των αναγνωριζόμενων στην παρούσα σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως”. Επομένως, με τις διατάξεις αυτές -τόσο του Συντάγματος, όσο και της ΕΣΔΑ- κατοχυρώνεται η μη διάκριση, ενόψει των διαφοροποιήσεων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της ταυτότητάς τους, των ατόμων που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα ως προς την προστασία που απολαμβάνουν.

Γενικής φύσεως δικαιώματα

Τα γενικής φύσεως δικαιώματα των μειονοτήτων επιβάλλουν γενικής φύσεως -αλλά σημαντικές- υποχρεώσεις στα κράτη. Η βάση της προστασίας και της προαγωγής των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες είναι η αρχή της μη διάκρισης, η αρχή της ισότητας και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Τα κράτη οφείλουν να σέβονται την ιδιαίτερη ταυτότητα των μελών των μειονοτήτων, και να μεριμνούν για την επίτευξη συνθηκών πραγματικής ισότητας μεταξύ των μελών της μειονότητας και της πλειοψηφίας. (Διακοφωτάκης, 1999)

Τα γενικής φύσεως δικαιώματα προτάσσονται άλλων ειδικότερων ή μερικών δικαιωμάτων, και αφορούν όλα τα μέλη όλων των μειονοτήτων. Τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, η συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, ο σεβασμός της πληθυσμιακής συνθέσεως και των ορίων των μειονοτικών περιοχών, η αυτονομία των μειονοτήτων, ο αυτοπροσδιορισμός, και η ελεύθερη και διασυνοριακή επικοινωνία.

Ο αυτοπροσδιορισμός

Ο αυτοπροσδιορισμός αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο ασκείται από τα μέλη των μειονοτήτων. Επιτρέπει σ’ ένα πρόσωπο να δηλώνει ελεύθερα ότι ανήκει σε μία μειονότητα, ή ότι δεν επιθυμεί να ανήκει σε μια μειονότητα. (Δημητράς, 2004) Το δικαίωμα αυτό ασκείται ελεύθερα χωρίς πιέσεις, καταναγκασμούς ή παρεμβάσεις του κράτους, αλλά μέσω ατομικής επιλογής. Θεωρείται προαπαιτούμενο της μειονοτικής προστασίας, πρώτον, γιατί αν τα άτομα δεν δηλώσουν ότι ανήκουν σε μια μεινότητα, τότε δεν υφίσταται μειονότητα, και δεύτερον, γιατί το είδος του αυτοπροσδιορισμού καθορίζει και το ακριβές περιεχόμενο των ειδικών δικαιωμάτων. (Δαγτόγλου, 2004)

Αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Δ.Α.Σ.Ε.) και κατοχυρώρηθκε με την παράγραφο 32 εδ. α’ του Καταληκτικού Κειμένου της Συνάντησης της Κοπεγχάγης (1996). Μέσω αυτών, και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 37- 45 της Συνθήκης της Λωζάνης, οι μουσουλμάνοι απολαμβάνουν όλων των συνταγματικών εγγυήσεων, καθώς και όλων των διατάξεων περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες η Ελλάδα έχει κυρώσει. Γι’ αυτό στην Ελλάδα γίνεται δεκτό ως ατομικό δικαίωμα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, και εγγυάται την ελεύθερη άσκησή του τόσο από τους Τουρκογενείς, όσο και από τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους – δηλαδή τις τρεις εθνοτικές ομάδες της μουσουλμανικής μειονότητας.

Ειδικής φύσεως δικαιώματα

Στο ειδικό μέρος της μειονοτικής προστασίας περιλαμβάνονται τα δικαιώματα που έχουν πεδίο εφαρμογής στα μέλη των μειονοτήτων με επιμέρους χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για αναγνώριση δικαιωμάτων σε κάθε μειονότητα ανάλογα με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της, τα οποία αξιοποιούνται για τον προσδιορισμό του είδους, του περιεχομένου και της έκτασης των αυτών.
Τα δικαιώματα αυτά είναι τα εθνοτικά-πολιτιστικά, τα θρησκευτικά, τα γλωσσικά και τα εκπαιδευτικά δικαιώματα. (Διακοφωτάκης, 1999)

Εθνοτικά – Πολιτιστικά δικαιώματα

Τα εθνοτικά-πολιτιστικά δικαιώματα εδράζουν σε εθνοτικά-πολιτιστικά χαρακτηριστικά που απορρέουν από την καταγωγή των μελών των μειονοτήτων, η οποία συναρτάται άμεσα με τη θρησκεία και τη γλώσσα τους. Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς σε σχέση με τις μειονότητες αναφέρεται για πρώτη φορά στο κείμενο της Δ.Α.Σ.Ε. ως συνδετικό στοιχείο μεταξύ πολιτών διαφορετικών κρατών. Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι μειονότητες δικαιούνται να κατέχουν και να απολαμβάνουν τα ιστορικά, καλλιτεχνικά και πάσης φύσεως μνημεία, τα οποία συνδέονται άμεσα με το ιστορικό παρελθόν και την ταυτότητά τους, ενώ ταυτόχρονα το κράτος οφείλει να σέβεται, να διατηρεί και να προστατεύει τα μνημεία που αποτελούν την πολιτιστική κληρονομιά των μειονοτήτων που κατοικούν στην επικράτειά του (Lucy Claridge και Alexandra Xanthaki, 2016). Με άλλα λόγια, το κράτος θα πρέπει να σέβεται και να εκτιμά την αξία αυτού του μνημείου, να μεριμνά για την συντήρησή του και να διατηρεί ελεύθερη την πρόσβαση προς αυτό. Δεν έχει το δικαίωμα να διαλύσει ή να καταστρέψει το μνημείο, αλλά ούτε και να αλλοιώσει το χαρακτήρα του. (Εθνική επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου, 2012)

Θρησκευτικά δικαιώματα

Η θρησκευτική ελευθερία, ως μία απο τις ειδικότερες μορφές πνευματικής ελευθερίας, έχει διεκδικηθεί και κατοχυρωθεί στον ευρωπαϊκό χώρο από το 16ο αιώνα. Κατοχυρώνεται από το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και θρησκείας, ενώ από το Σύνταγμα της Ελλάδος στο άρθρο 13 παρ.2 κατοχυρώνεται η θρησκευτική ελευθερία ως αντικειμενικός κανόνας δικαίου και ως ατομικό δικαίωμα. (Δημητρόπουλος, 2004). Αξιοσημείωτο είναι ότι η αναφορά του Συντάγματος στην επικρατούσα θρησκεία δεν σχετίζεται με προσβολή της ισότητας των θρησκειών μεταξύ τους σε νομικό επίπεδο – απεναντίας, επισημαίνει θεμελιώδη στοιχεία αναφορικά με την επικρατούσα, αναγνωρίζοντας την ισότιμη ύπαρξη των υπολοίπων (άρθρο 3).

Φορείς του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας είναι όλα τα φυσικά πρόσωπα και, ως εκ τούτου, και όλα τα μέλη οποιασδήποτε μειονότητας. Επομένως, όλα τα μέλη όλων των μειονοτήτων είναι ελεύθερα ως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και τις εκφράσεις της θρησκείας τους (λατρεία) με τους περιορισμούς που ο νόμος προβλέπει για όλους.

Στα πλαίσια του εν λόγω δικαιώματος, η μουσουλμανική μειονότητα έχει εναρμονιστεί πλήρως. Άλλωστε, το ημερολόγιο της Εγίρας (622 μ.Χ.), το προνόμιo της επίσημης αργίας της Παρασκευής, η διατήρηση και αποδοχή των αργιών με βάση το ισλαμικό ημερολόγιο, η διδασκαλία του Κορανίου στην αραβική γλώσσα και η ορκωμοσία των μουσουλμάνων κατά τον τύπο που ορίζει η ισλαμική θρησκεία αποτελούν θεμελιώδεις εκφάνσεις του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας για τη μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδας. (Υπουργείο Εξωτερικών, 2018)

Γλωσσικά δικαιώματα

Η προστασία των μειονοτήτων, όπως προαναφέρθηκε, εκτείνεται και στα γλωσσικά τους δικαιώματα. Η μειονοτική γλώσσα μονοπωλεί το ενδιαφέρον και αποτελεί αντικείμενο των ειδικών ρυθμίσεων προστασίας. Τα βασικότερα γλωσσικά δικαιώματα είναι η χρήση της μειονοτικής- μητρικής γλώσσας και η χρήση της μειονοτικής- μητρικής γλώσσας στη μειονοτική εκπαίδευση. Στα πλαίσια του δικαιώματος της γλωσσικής ελευθερίας, είναι δυνατή η χρήση της μητρικής γλώσσας σε όλη την επικράτεια του κράτους. (Διακοφωτάκης, 1999)

Μάλιστα, με βάση πρωτοβουλίες που ανέλαβε το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, δημιουργούνται προϋποθέσεις νομικής και πολιτικής διασφάλισης ανεμπόδιστης χρήσης των μειονοτικών γλωσσών που χρησιμοποιούνται στην επικράτεια κάθε χώρας. Η σύμβαση- πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Μάρτιος, 1998) προβλέπει ότι κάθε μειονοτική γλώσσα είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια. Κατά συνέπεια, η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης φαίνεται ν’ απολαμβάνει ελευθερία έκφρασης με κάθε τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σχέση μεταξύ του δικαιώματος χρήσης κάθε γλώσσας και ελευθερίας της έκφρασης, από τη φύση της, είναι ιδαιτέρως στενή στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. (Τσιτσελίκης, 2001) Γι’ αυτό, τα τουρκικά είναι η καθιερωμένη γλώσσα τόσο στον καθημερινό γραπτό και προφορικό λόγο, όσο και ως γλώσσα διδασκαλίας.

Βέβαια, το νομοθετικό πλαίσιο που αναφέρεται στην κατοχύρωση εκπαιδευτικών δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους στη μητρική τους γλώσσα και στην προαγωγή της γλωσσικής ετερότητας, στην περίπτωση της Ελλάδας, βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο. Συνίσταται επαναπροσδιορισμός της γλωσσικής πολιτικής και θέσπιση νέου νομικού πλαισίου, ικανού να προστατέψει τον πολιτιστικό πλούτο της εν λόγω μειονότητας. (Τσιτσελίκης, 2001)

Εκπαιδευτικά δικαιώματα

Συχνό φαινόμενο αποτελεί η θέσπιση ειδικού εκπαιδευτικού συστήματος για κάθε αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα. Πρόκειται για δίγλωσσο σύστημα κατά το οποίο είναι ισάριθμα μοιρασμένος και χωρισμένος ο χρόνος διδασκαλίας ανάμεσα στη γλώσσα του κράτους στο οποίο κατοικεί η μειονότητα, και στη γλώσσα της μειονότητας. Μολαταύτα, τα εκπαιδευτικά δικαιώματα δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τη μειονοτική γλώσσα και τη διδασκαλία της, αλλά περαιτέρω συνέχονται με αντικείμενα αλληλένδετα με τα άμεσα ενδιαφέροντα των μελών των μειονοτήτων.

Αναφορικά με τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, υφίσταται ιδιαίτερο εκπαιδευτικό σύστημα. Η Συνθήκη της Λωζάνης, το ελληνοτουρκικό πρωτόκολλο του 1968 και το άρθρο 16 του Συντάγματος κατοχυρώνουν την ελευθερία διδασκαλίας στην τουρκική γλώσσα με την επιφύλαξη της διακρατικής αμοιβαιότητας. Γι’ αυτό, το πρόγραμμα διδασκαλίας των παιδιών της μειονότητας είναι δίγλωσσο, ενώ τα διανεμόμενα σχολικά βιβλία είναι στην τουρκική γλώσσα, και τελούν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του ελληνικού κράτους.

Επίλογος

Η παρουσία των μειονοτικών ομάδων στην επικράτεια μιας χώρας, και δη η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας στον ελλαδικό χώρο, αποτελεί μία πραγματικότητα. Οι κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης προάγουν την προστασία των συγκεκριμένων μειονοτήτων. Εντούτοις, εξακολουθούν να υφίστανται αντιδράσεις από πλευράς των μειονοτήτων σχετικά με την ίση μεταχείρισή τους.

Για να μην κριθούν επι ματαίω οι ανωτέρω προσπάθειες, κρίνεται πρόσφορη η καλλιέργεια του σεβασμού για την εθνοτική, πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητα κάθε προσώπου που ανήκει σε εθνική μειονότητα. Αφενός, τα κράτη και, αφετέρου, τα μέλη των μειονοτήτων αποτελούν τους κατάλληλους διαμεσολαβητές για την προάσπιση και την καθιέρωση των δικαιωμάτων που προαναφέρθηκαν. Με όχημα τη ρήση της Αμερικανίδας ποιήτριας, Maya Angelou, μπορεί να γίνει μια ουσιαστική κίνηση προς τη θεμελίωση μιας υγιούς πολυπολιτισμικής κοινωνίας: “Θα πρέπει να ξέρουμε όλοι ότι η διαφορετικότητα κεντάει ένα πλούσιο χαλί, και πρέπει να καταλάβουμε πως όλοι οι κόμποι του χαλιού έχουν ισότιμη αξία, ανεξάρτητα από το χρώμα τους“.

Πηγές:

  1. Δαγτόγλου, Π. (2001). Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Α’. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα- Κομοτηνή, σελ. 71 επ.
  2. Δαγτόγλου, Π. (2001). Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Β’. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα- Κομοτηνή, σελ. 390 επ.
  3. Διακοφωτάκης, Ι.Γ. (1999). Περί μειονοτήτων κατά το διεθνές δίκαιο, ΙΜΔΑ, Αθήν, σελ. 305 επ.
  4. Σολταρίδης, Σ. (1990). Η Δυτική Θράκη και οι Μουσουλμάνοι. Τι ακριβώς συμβαίνει;. Εκδόσεις Νέα Σύνορα, Α Λιβάνης, Αθήνα, σελ. 157 επ.
  5. Ρούκουνας, Ε. (1995). Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκδόσεις «Εστίας», σελ. 299 επ.
  6. Σπυρόπουλος, Γ. (1996). Ζητήματα προαγωγής και προστασίας των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, Τόμος Α΄, Περί της Έννοιας Μειονότητα, Κείμενα Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Νο 42Α. Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ), Αθήνα, σελ. 78 επ,
  7. Επιστημονικό Συμπόσιο (2004). Μειονότητες στην Ελλάδα. Εκδόσεις Ίδρυμα Μωραϊτη, σελ. 120-122, 198 επ.
  8. Τσιτσελίκης, Κ. και Χριστόδουλος, Δ. (1997). Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα: μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών. Εκδόσεις Κριτική, σελ. 392 επ.
  9. Τσιούμης, Κ. (1994). Η μουσουλμανική Μειονότητα της Δ. Θράκης και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1923-1940). σελ. 110 επ.
  10. Δημητράς, Π. (2004). Αναγνώριση των Μειονοτήτων στην Ευρώπη: Προστατεύοντας Δικαιώματα και Αξιοπρέπεια. Διεθνής Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων. https://greekhelsinki.files.wordpress.com/2016/10/recognition_paper_greek_final_2004.pdf
  11. nchr.gr (2012). Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Έκθεσης της Ελλάδας σχετικά με την εφαρμογή του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα. http://www.nchr.gr/images/pdf/apofaseis/politistika_dikaiomata/Paratiriseis_ekthesiYPEX_ICESCR.pdf
  12. Claridge, L. και Xanthaki, A. (2016). Protecting the right to culture for minorities and indigenous peoples: an overview of international case law. http://minorityrights.org/wp-content/uploads/2016/07/Protecting-the-right-ot-culture-for-minorities-and-indigenous-peoples.pdf
  13. Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείο Εξωτερικών. (2018). Ζητήματα Ελληνοτουρκικών Σχέσεων. https://www.mfa.gr/zitimata-ellinotourkikon-sheseon/
  14. Πιπίνης, Ι. (2017). Η συμβίωση Χριστιανών και Μουσουλμάνων και οι πολιτικές κινήσεις της μειονότητας. http://www.iefimerida.gr/news/356574/iefimerida-stin-komotini-i-symviosi-hristianon-kai-moysoylmanon-kai-oi-politikes
  15. Πιτιακούδης, Κ. (2017). Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης γύρισε επιδεικτικά την πλάτη στον προκλητικό Ερντογάν. https://www.evros-news.gr/2017/12/08/η-μουσουλμανική-μειονότητα-της-θράκη
  16. Ταχιάου, Χ. (2017). Μύθοι και αλήθειες για τη μουσουλμανική μειονότητα. http://www.protagon.gr/themata/i-meionotita-i-agnoia-oi-mythoi-ki-o-erntogan-44341530589
  17. Παπαπαντολέων, Κ. (2017). Εγγύηση δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις. http://www.hlhr.gr/εγγύηση-δικαιωμάτων-χωρίς-διακρίσει
  18. Καλογερόπουλος, Α. (2017). Δυτική Θράκη, μειονότητες και ανθρώπινα δικαιώματα. http://www.kathimerini.gr/940543/opinion/epikairothta/politikh/dytikh-8rakh-meionothtes-kai-an8rwpina-dikaiwmata
  19. Κωνσταντίνου, Δ. (2013). Νομική και Διπλωματική κατάσταση της Θράκης. http://www.elisme.gr/en/2013-01-08-09-46-42/item/42-51

Tagged under:

Η Όλγα Κουρελή είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών παρακολουθώντας, παράλληλα, μαθήματα minor στο Deree, The American College of Greece. Έχει συμμετάσχει σε διπλωματικά συνέδρια και προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Model United Nations, Model European Union). Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα εντοπίζονται σε τομείς του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, των Διεθνών Σχέσεων και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στόχος της είναι να εμβαθύνει τις σπουδές της στο αντικείμενο των διεθνών σχέσεων και να καταφέρει να συνεισφέρει στη διεθνή πολιτική ατζέντα.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest