Ευρωπαϊκό Σύνταγμα: Ένα εγχείρημα που δεν ευοδώθηκε

Περί τις αρχές του αιώνα η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν έτοιμη για τη μεγαλύτερη έως τώρα διεύρυνσή της: δέκα νέα κράτη θα εισχωρούσαν σύντομα (Κύπρος, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Σλοβενία), δημιουργώντας έτσι την “Ευρώπη των 25”. Το γεγονός, αν και αναμφίβολα άξιο θαυμασμού, προκάλεσε προβληματισμούς δογματικής φύσεως στους κόλπους της Ένωσης. Ειδικότερα, η Ένωση είχε μεν αποκτήσει “νέο πρόσωπο” με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αποβάλλοντας τον καθαρά οικονομικό της χαρακτήρα, και υιοθετώντας στοιχεία πολιτικής Ένωσης, όμως η Συνθήκη αυτή -όπως και οι δύο επόμενες (του Άμστερνταμ και της Νίκαιας)- δεν καταργούσε τις προηγουμένως υπογραφείσες, αλλά ίσχυε παράλληλα με αυτές. Συνακόλουθα, ο πυρήνας του κοινοτικού δικαίου αποτελούταν από μια πληθώρα διατάξεων που βρίσκονταν διάσπαρτες σε περισσότερα από 5 διαφορετικά κείμενα. Κατ’ αποτέλεσμα, η ασφάλεια δικαίου ετίθετο εν αμφιβόλω, ενώ ήταν αδύνατο για τον πολίτη να παρακολουθήσει και να κατανοήσει το πρωτογενές δίκαιο της Ε.Ε. Έτσι, γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία ενός και μόνο κειμένου το οποίο θα καταργούσε τα υπόλοιπα, και θα ίσχυε εφεξής ως μοναδικός θεμελιώδης νόμος στην ενωσιακή έννομη τάξη: το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

Η πορεία προς το Ευρωσύνταγμα

Η προσαρτημένη στη Συνθήκη της Νίκαιας Δήλωση υπ’ αριθμ. 23 εκφράζει τη βούληση των συμβαλλομένων κρατών να συζητήσουν επισταμένα για το μέλλον της Ένωσης, με βασικούς άξονες τους εξής: την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων, το καθεστώς του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, την απλοποίηση των Συνθηκών, τον ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων. Μια πρώτη συζήτηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που διεξάγεται στο Laeken του Βελγίου (Δεκέμβριος 2001), όπου αποφασίζεται η διοργάνωση μιας Συνέλευσης με σκοπό την προετοιμασία του Συντάγματος της Ε.Ε.

Στόχος της Συνέλευσης αυτής είναι η ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ενδιαφερομένων. Αριθμεί 105 μέλη (15 αντιπρόσωποι των εθνικών Κυβερνήσεων, 30 αντιπρόσωποι των εθνικών Κοινοβουλίων, 16 βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 2 μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπρόσωποι των υπό ένταξη κρατών, εκπρόσωποι της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, κ.λ.π.), και Πρόεδρός της ορίζεται ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας, Valéry Giscard d’Estaing. Η συνέλευση δρα σε τρεις φάσεις: την ακροαματική, όπου ακούγονται οι ιδέες και προσδοκίες των κρατών-μελών και των πολιτών, τη φάση όπου οι ιδέες αυτές μελετώνται, και τη φάση όπου αρχίζουν να καταγράφονται Συστάσεις με βάση τις εκφρασθείσες ιδέες. Περί τα μέσα του 2003 η Συνέλευση συζητά και ψηφίζει ένα Σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος.

Τα δύο πρώτα μέρη του Συντάγματος παρουσιάζονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη (Ιούνιος 2003), και τα δύο τελευταία ενώπιον της Ιταλικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. που συνεδριάζει στη Ρώμη (Ιούλιος 2003). Ακολουθεί η σύγκληση μιας Διακυβερνητικής Διάσκεψης η οποία επεξεργάζεται το καταρτισθέν από τη Συνέλευση Σχέδιο Συντάγματος αλλά, μπροστά στον φόβο της μη συγκέντρωσης της απαιτούμενης αυξημένης πλειοψηφίας, το υιοθετεί με πολλές τροποποιήσεις. Τελικά, η Συνθήκη για τη Δημιουργία Συντάγματος της Ευρώπης υπογράφεται στη Ρώμη στις 29 Οκτωβρίου 2004.

Το περιεχόμενο του Συντάγματος

Όπως έχει ήδη διευκρινιστεί, πρωταρχικός σκοπός του Συντάγματος υπήρξε η απλοποίηση και συστηματοποίηση του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, ώστε να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς και να αποφεύγεται η σύγχυση. Παράλληλα, όμως, δόθηκε η ευκαιρία για εκσυγχρονισμό του δικαίου αυτού με τον εμπλουτισμό του, είτε με διατάξεις που προέκυπταν από την πάγια νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ε.Ε., είτε με εντελώς νεοπαγείς διατάξεις που σκοπούσαν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Έτσι, πρωτεύουσα θέση έχει η διάταξη Ι-6, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της θέσης του δικαίου της Ε.Ε. στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου, και αναφέρει ότι “το Σύνταγμα και οι κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που της απονέμονται, υπερισχύουν του δικαίου των κρατών-μελών”. Με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται ρητά η υπεροχή του δικαίου της Ε.Ε. έναντι του δικαίου των κρατών-μελών. Επιπλέον, στην Ε.Ε. παραχωρούνται νέες συντρέχουσες αρμοδιότητες σε τομείς όπως η ενέργεια και το διάστημα.

Σε επίπεδο θεσμών εντοπίζονται οι εξής διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες Συνθήκες:

  • Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνωρίζεται ως θεσμός, και ο Πρόεδρός του αναλαμβάνει το αξίωμα για 2,5 χρόνια.
  • Το Συμβούλιο της Ε.Ε. μετονομάζεται σε Συμβούλιο των Υπουργών, και η προεδρία του θα αναλαμβάνεται διαδοχικά από όλα τα κράτη-μέλη. Ορίζεται ότι το Συμβούλιο θα αποφασίζει με αυξημένη πλειοψηφία (55% των κρατών-μελών που αντιπροσωπεύουν το 65% των πολιτών) – εκτός από τα θέματα της φορολογίας, της κοινωνικής ασφάλισης, της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας, τα οποία απαιτούν ομοφωνία.
  • Αλλαγές στη νομοθετική διαδικασία με τη θεσμοθέτηση της “συνήθους νομοθετικής διαδικασίας” που περιλαμβάνει και έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο ρόλος του οποίου ενισχύεται.
  • Ορίζεται ένας Επίτροπος ανά χώρα μέχρι το 2014, οπότε και ο αριθμός των Επιτρόπων θα μειωθεί στα 2/3, και τα κράτη θα ορίζουν Επιτρόπους διαδοχικά.
  • Δημιουργείται η θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ε.Ε., ο οποίος θα είναι μέλος της Επιτροπής, και θα προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ακόμα, θεμελιώδης είναι η συμπερίληψη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (εφεξής Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα (Μέρος ΙΙ). Μέχρι τότε δεν υπήρχε ρητή διάταξη του κοινοτικού δικαίου που να κατοχυρώνει δικαιώματα – με εξαίρεση τις διατάξεις περί οικονομικών ελευθεριών. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Δ.Ε.Κ.), εντούτοις, είχε πολλάκις αναγνωρίσει στις Αποφάσεις του δικαιώματα που δέσμευαν την Ένωση, ενώ η Συνθήκη του Μάαστριχτ ανέφερε ότι η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα “όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου […], και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου” (Άρθρο ΣΤ’) – χωρίς, όμως, να αναφέρει ποια είναι τα δικαιώματα αυτά. Έτσι, με την προσάρτηση του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. στο Σύνταγμα, η Ε.Ε. αποκτά για πρώτη φορά έναν κατάλογο δικαιωμάτων που δεσμεύουν την ίδια και τα μέλη της. Πρόκειται για έναν πλήρη και σύγχρονο κατάλογο που περιέχει δικαιώματα όλων των γενεών, και προσομοιάζει περισσότερο σε εθνικό Σύνταγμα παρά σε Διεθνή Συνθήκη.

Τέλος, για πρώτη φορά ορίζεται η δυνατότητα μονομερούς (“εθελούσιας”) αποχώρησης κράτους από την Ένωση. Η σχετική απόφαση του κράτους γνωστοποιείται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Η ισχύς του Συντάγματος επί του αποχωρούντος κράτους παύει είτε από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης, είτε δύο χρόνια μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης για αποχώρηση (Άρθρο Ι-60).

Η ισχύς του Συντάγματος

Η ισχύς του Συντάγματος επρόκειτο να αρχίσει μετά από την επικύρωση της Συνθήκης περί Συντάγματος από τα 25 -πλέον- κράτη-μέλη. Τα κράτη θα επικύρωναν τη Συνθήκη με βάση τις διατάξεις του εθνικού τους δικαίου, που θα μπορούσε να απαιτεί είτε ψήφιση από το Κοινοβούλιο είτε δημοψήφισμα. Κι ενώ τα περισσότερα κράτη επέλεξαν τον -σύντομο και αναίμακτο- πρώτο τρόπο, δύο κράτη-πυλώνες της ευρωπαϊκής ιδέας προανήγγειλαν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος: η Γαλλία και η Ολλανδία.

Στη Γαλλία, από τις αρχές του 2005, η επικράτηση της αρνητικής ψήφου στο δημοψήφισμα φάνταζε περισσότερο από πιθανή. Το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί από τη δυσαρέσκεια του λαού λόγω της αποτυχίας διευθέτησης του προβλήματος της ανεργίας. Όχι μόνο η κυβερνητική πολιτική -που κοπιωδώς εκστράτευε υπέρ του “ναι”- δεν κατάφερε να λύσει το πρόβλημα, αλλά η υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής Οδηγίας προοιωνιζόταν να το οξύνει ακόμα περισσότερο. Επρόκειτο για την Οδηγία Bolkestein, σύμφωνα με την οποία οι Ευρωπαίοι πολίτες θα μπορούν ελεύθερα να προσφέρουν την εργασία τους σε συνθήκες ανταγωνισμού σε όποιο κράτος-μέλος θέλουν (Παπαθανασίου, 2005). Υπό τον φόβο της προσέλευσης αλλοδαπών εργαζομένων, ικανών να στερήσουν τις δουλειές από τους ημεδαπούς, οι Γάλλοι αποφάσισαν να αποδοκιμάσουν την Ε.Ε. στις 29 Μαΐου 2005, λέγοντας όχι στο Ευρωσύνταγμα με ποσοστό 54% (Παπαθανασίου, 2005).

Τρεις μέρες αργότερα (1 Ιουνίου 2005) επήλθε το “ηχηρό όχι” των Ολλανδών (με ποσοστό 61,6%) ως αποδοκιμασία της Κυβέρνησής τους, αλλά και της πολιτικής της Ε.Ε. που “δείχνει να αποφασίζει μόνη της”(Παπαθανασίου, 2005), παρά το γεγονός ότι την υπερχρηματοδοτούν. Μετά από το δεύτερο “όχι”, και ενώ και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι φωνές προς υποστήριξη της αρνητικής ψήφου εντείνονταν συνεχώς, η διαδικασία επικύρωσης φάνηκε να “παγώνει”. Ακολούθησε μια “περίοδος περισυλλογής”, κατά την οποία οι ηγέτες των κρατών-μελών κλήθηκαν να εξετάσουν τους λόγους απόρριψης της Συνθήκης. Ποιο θα ήταν το μέλλον της Ε.Ε.;

Αντί επιλόγου

Δεδομένης της αδήριτης ανάγκης οργάνωσης του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, η συζήτηση περί μιας συνταγματικής Συνθήκης δεν άργησε να ξανανοίξει. Με βάση τη Διακήρυξη του Βερολίνου (2007) συστάθηκε μια Διακυβερνητική Σύσκεψη για τη δημιουργία νέας Συνθήκης που να καταργεί τις προηγούμενες, και να συστηματοποιεί τις διατάξεις τους. Η Συνθήκη αυτή υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007 στη Λισαβόνα (Συνθήκη της Λισαβόνας), και αποτελείται από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε., καθώς και την ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για την Ε.Ε.

Ανατρέχοντας στη νέα Συνθήκη, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι οι διαφορές της με το Ευρωσύνταγμα δεν είναι σημαντικές. Η αυξημένη πλειοψηφία για τις αποφάσεις του Συμβουλίου και η “συνήθης νομοθετική διαδικασία” έχουν κατά βάση διατηρηθεί, ο Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. “έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες” (Άρθρο 6 Σ.Ε.Ε.), και η διάταξη περί της μονομερούς αποχώρησης κράτους παραμένει η ίδια (Άρθρο 50 Σ.Ε.Ε.). Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου δεν προβλέπεται ρητά σε άρθρο, αλλά στην υπ’ αριθμ. 17 Δήλωση που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη. Σύμφωνα με αυτή, “η Διάσκεψη υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Συνθήκες και το Δίκαιο που θεσπίζονται από την Ένωση βάσει των Συνθηκών υπερισχύουν του δικαίου των κρατών μελών, υπό τους όρους που ορίζονται στην εν λόγω νομολογία”.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας πέρασε τις δικές της περιπέτειες (δύο δημοψηφίσματα στην Ιρλανδία, “αντίσταση” του Προέδρου της Τσεχίας), αλλά τελικά επικυρώθηκε από όλα τα κράτη, και αποτελεί πλέον το ισχύον πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο (Αναστασόπουλος, 2009). Μπροστά στις σημερινές θεσμικές και πραγματιστικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ε.Ε., το παράδειγμα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος μπορεί να υποδείξει ότι κάποιες φορές τα μεγαλεπήβολα σχέδια θα “σκοντάψουν” μπροστά σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Αν, όμως, τα θεμέλια του εγχειρήματος είναι γερά, μόλις φτάσει το πλήρωμα του χρόνου, τα όποια εμπόδια μπορούν να ξεπερασθούν και, με βάση την αμοιβαία συνεργασία και εμπιστοσύνη, το ευρωπαϊκό ιδεώδες μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Πήγες:

  1. EURACTIV. (2017). Constitutional Treaty – key elements [Archived].  http://www.euractiv.com/section/future-eu/linksdossier/constitutional-treaty-key-elements-archived/
  2. Eur-lex. (2017). Δηλώσεις και πρωτόκολλα που προσαρτώνται στη Συνθήκη της Νίκαιας.  http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=LEGISSUM:xy0021&from=EN
  3. Eur-lex. (2017). Επίσημη Εφημερίδα C 310/16 Δ. http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=OJ:C:2004:310:FULL&from=en#C_2004310EL.01000101-d-010
  4. Eurofound.europa.eu. (2017). Treaty establishing a Constitution for Europe. https://www.eurofound.europa.eu/observatories/eurwork/industrial-relations-dictionary/treaty-establishing-a-constitution-for-europe
  5. European Parliament. (2017). The Treaty of Nice and the Convention on the Future of Europe. http://www.europarl.europa.eu/aboutparliament/en/displayFtu.html?ftuId=FTU_1.1.4.html
  6. In.gr. (2005). Δέκα ερωτήσεις και απαντήσεις για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα – Το πλήρες κείμενο. http://news.in.gr/greece/article/?aid=614152
  7. BBC NEWS. (2017). What the EU constitution says. http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/2950276.stm
  8. Αναστασόπουλος, Γ. Ν. (2009). Η «αθόρυβη» Συνταγματική Συνθήκη της ΕΕ. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=304101
  9. Κανελλόπουλους, Ι. (2008). Από το Ευρωσύνταγμα στη Συνθήκη της Λισαβόνας. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=239296
  10. Παπαθανασίου, Μ. (2005). Το Ευρωσύνταγμα παραμένει ζωντανό παρά το διπλό ναυάγιο. http://www.kathimerini.gr/237669/article/epikairothta/kosmos/to-eyrwsyntagma-paramenei-zwntano-para-to-diplo-nayagio
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (8 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Η Αντωνία- Ευαγγελία Χριστοπούλου είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά της εντοπίζονται στους τομείς του δημοσίου, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, καθώς και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, ενώ κατά το τρέχον εξάμηνο κάνει πρακτική άσκηση στην Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ηλεκτρονική Διεύθυνση: [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest