Νόμπελ Οικονομίας 2017

Το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών -ή, όπως πλέον προσδιορίζεται, βραβείο Νόμπελ στις Κοινωνικές Επιστήμες- συμπεριλαμβάνει, εκτός των οικονομικών, και άλλους επιστημονικούς τομείς – όπως την πολιτική επιστήμη, την ψυχολογία και την κοινωνιολογία. Σε αντίθεση με τα Νόμπελ της Λογοτεχνίας, της Φυσικής ή της Ιατρικής, το συγκεκριμένο βραβείο θεσπίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας το 1968, καθώς δεν είχε αναφερθεί ποτέ από τον ιδρυτή του θεσμού, Alfred Nobel (1833-1896), στη διαθήκη του.

Στις 9 Οκτωβρίου 2017, η Σουηδική Ακαδημία Επιστημών, αρμόδια για την ετήσια απονομή του βραβείου Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών, τίμησε τον οικονομολόγο Richard Thaler για τη συνεισφορά του στον τομέα των Συμπεριφορικών Οικονομικών (Behavioural Economics). Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι συνιστά το δεύτερο κατά σειρά βραβείο σε αυτό το πεδίο, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ύστερα από αυτό του Daniel Kahneman, το 2002. Μετά από μία μακρά παράδοση στη βράβευση «συμβατικών» οικονομικών μοντέλων, η Σουηδική Ακαδημία επιλέγει ξανά μία πιο θεωρητική -και λιγότερο μαθηματικοποιημένη- προσέγγιση της οικονομίας. Παρά τις γενικές επιφυλάξεις για τον νέο αυτό τομέα έρευνας, μήπως πλέον διαφαίνεται μία τάση εξήγησης των οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων υπό ένα πιο ανθρωπιστικό πρίσμα;

Ποιος είναι ο Richard Τhaler;

Ο Richard Thaler, γεννημένος στις 12 Σεπτεμβρίου του 1945 στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι ο γνωστότερος εν ενεργεία ακαδημαϊκός θεωρητικός των συμπεριφορικών οικονομικών. Αν και καθηγητής στο «άνδρο» των νεοκλασικών οικονομικών, στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Σικάγο, αντιτάσσεται στο βασικό νεοκλασικό μοντέλο περιγραφής και πρόβλεψης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Σύμφωνα, μάλιστα, με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, ο νέος νομπελίστας «έχει οικοδομήσει μία γέφυρα μεταξύ της οικονομικής και ψυχολογικής ανάλυσης για την ατομική λήψη αποφάσεων». Τα εμπειρικά του ευρήματα και οι προβλέψεις του, σε θεωρητικό επίπεδο, συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία του νέου -και ταχέως αναπτυσσόμενου- τομέα της συμπεριφορικής οικονομικής, ο οποίος, αντίστοιχα, έχει σημαντικό αντίκτυπο σε πολλούς τομείς της οικονομικής έρευνας και πολιτικής (Nobel Prize, 2017).

Συμπεριφορικά Οικονομικά

Τα τελευταία χρόνια, λόγω της αδυναμίας της «ορθόδοξης» μαθηματικοποιημένης οικονομικής θεωρίας -προϊόν της ιδεολογικής επικράτησης του νεοκλασικού μοντέλου- να αναλύσει και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που εμφανίζονται στην οικονομική σφαίρα, έχει αναδυθεί και αναδειχθεί μία εναλλακτική προσέγγιση των οικονομικών. Το νέο αυτό πεδίο έρευνας, γνωστότερο ως «Συμπεριφορικά Οικονομικά», συνδυάζει στοιχεία της ψυχολογίας και μικροοικονομικής θεωρίας. Τα Συμπεριφορικά Οικονομικά ασκούν κριτική και έρχονται σε ρήξη με τη νεοκλασική οικονομική θεωρία, καθώς αμφισβητούν την υπόθεση πως ο άνθρωπος είναι πλήρως ορθολογικό oν, που σκέφτεται και δρα μόνο με βάση το προσωπικό του συμφέρον.

Το Nεοκλασικό Yπόδειγμα

Οι άνθρωποι που δεν λειτουργούν βάσει μόνο της λογικής, αποτελούν ένα σημαντικό πρόβλημα για τους οικονομολόγους διότι, τις περισσότερες φορές, οι επιλογές τους είναι απρόβλεπτες, καθιστώντας αδύνατη τη διατύπωση μίας οικονομικής θεωρίας της επιλογής. Φυσικά, οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν πως οι άνθρωποι συχνά κάνουν λάθη όσον αφορά τις επιλογές τους, γι’ αυτό θέτουν ως υπόθεση πως ο καθένας ξεχωριστά είναι ο καλύτερος κριτής αυτού που είναι καλύτερο για τον ίδιο. Αυτή η υπόθεση μεταφράζεται στην απλή πρόταση του ορθολογισμού: το να είναι κάποιος ορθολογιστής σημαίνει πως ξέρει να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του. Έτσι, το κεντρικό σχήμα της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας είναι ο «homo economicus», ένα άτομο έξυπνο, διερευνητικό, ικανό να κατανοεί το συμφέρον του, ένα πρόσωπο που αξιοποιεί τον ορθολογισμό ως εργαλείο μεγιστοποίησης της χρησιμότητάς του (Βαρουφάκης 2007α).

Η ορθολογική επιλογή θεμελιώνεται πάνω σε κάποια βασικά αξιώματα, για την εξασφάλιση της τέλειας πληροφόρησης του ατόμου και της βεβαιότητάς του για το μέλλον:

α. Πληρότητα: μεταξύ δυο αγαθών x και y, ένας άνθρωπος θα πρέπει να επιλέγει το ένα από τα δύο, ή να είναι αδιάφορος και για τα δύο. Δηλαδή, είτε x>y, είτε x<y, είτε x~y.

Β. Μεταβατικότητα: μεταξύ τριών αγαθών x, y και z, εάν το x είναι προτιμότερο από το y, και το y είναι προτιμότερο από το z, τότε το x θα είναι προτιμότερο του z. Δηλαδή, αν x>y και y>z, τότε οπωσδήποτε x>z. Παρόμοια, αν x~y και y~z, τότε x~z.

γ. Συνέχεια: μεταξύ δύο αγαθών x και y προτιμάται το x, λόγω της μεγαλύτερης χρησιμότητας σε σχέση με το y. Ωστόσο, μεταξύ των αγαθών x και y, θα υπάρχει οπωσδήποτε και ένα τρίτο αγαθό z, που παρίσταται λιγότερο χρήσιμο από το x, και περισσότερο χρήσιμο από το y. Δηλαδή, αν x>y, τότε υπάρχει z, ώστε x>z>y. Οι προτιμήσεις, με άλλα λόγια, έχουν μία συνέχεια, δεν υπάρχουν κενά ανάμεσά τους.

Με βάση αυτές τις βασικές αρχές, οι οικονομολόγοι κατασκεύασαν ένα πολύτιμο θεωρητικό εργαλείο, τις καμπύλες αδιαφορίας, που απεικονίζουν την προσδοκώμενη χρησιμότητα που παρέχουν τα αγαθά, βάσει των προτιμήσεων του καταναλωτή.

Σχήμα 1

Στο διάγραμμα του Σχήματος 1 εντοπίζονται δυο αγαθά Χ και Y (που βρίσκονται στους δυο κάθετους άξονες), το ευθύγραμμο τμήμα ΕΠ (που απεικονίζει τον εισοδηματικό περιορισμό του ατόμου), καθώς και τρεις καμπύλες αδιαφορίας u1, u2 και u3. Σύμφωνα με την νεοκλασική θεωρία, το ορθολογικό άτομο θα κατανείμει με τέτοιο τρόπο το εισόδημά του, ώστε να λάβει τη μέγιστη δυνατή χρησιμότητα και από τα δύο αγαθά. Όντας ορθολογικό, το άτομο θα επιλέξει να βρεθεί στο σημείο Α (δηλαδή στο σημείο τομής του ΕΠ με την καμπύλη u2), το οποίο δίδει τις μέγιστες ποσότητες x* και y*, δεδομένου του εισοδηματικού του περιορισμού.

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής του νεοκλασικού υποδείγματος είναι η πιο διαδεδομένη θεωρητική προσέγγιση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την οικονομική συμπεριφορά, και καθίσταται παρούσα σε κάθε οικονομικό εγχειρίδιο. Παρ’όλα αυτά, η νεοκλασική προσέγγιση της ορθολογικότητας δεν είναι αυταπόδεικτη και υπεράνω κάθε κριτικής. Υπάρχουν σοβαρές θεωρητικές και εμπειρικές ενδείξεις για μία πιο «κοινωνική», «ψυχολογική» ορθολογικότητα, που αμφισβητεί τον ψυχρό εργαλειακό ορθολογισμό του homo economicus (Soukup, Maitah & Svoboda, 2015a).

 Θεωρητικοί Προκάτοχοι του Thaler

Λίγο μετά το 1960, δυο ψυχολόγοι, ο Daniel Kahneman και ο Amos Tversky, διατύπωσαν μία διαφορετική άποψη από αυτή των νεοκλασικών (Heukelom, 2006). Πιο συγκεκριμένα, υιοθέτησαν την ψυχολογική προσέγγιση του «Διπλού Συστήματος Σκέψης». Σύμφωνα με αυτήν, ο ανθρώπινος εγκέφαλος, κατά τη λήψη μίας απόφασης, χωρίζεται σε δύο συστήματα, το “Σύστημα 1” και το “Σύστημα 2”. Το Σύστημα 1 είναι το διαισθητικό, εν αντιθέσει με το Σύστημα 2, που είναι το στοχαστικό. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το Σύστημα 1 για να λαμβάνουν γρήγορες αποφάσεις, χωρίς την κατανάλωση πολλής ενέργειας, ενώ το Σύστημα 2 για αποφάσεις που απαιτούν προσοχή και χρόνο, γι’ αυτό και οδηγούνται συνήθως σε ορθολογικές επιλογές. Η έρευνα των Kahneman και Tversky είχε ως κεντρικό άξονα την παραδοχή ότι οι περισσότερες επιλογές γίνονται με διαισθητική κρίση. Oι τελευταίες μπορεί να θεωρηθεί πως καταλαμβάνουν τη μέση οδό ανάμεσα στις αποφάσεις των Συστημάτων 1 και 2 (Φωκά – Καβαλιεράκη, 2017α).

Τα συμπεράσματα αυτά οδήγησαν τους δυο ψυχολόγους, το 1979, στη διατύπωση μίας εναλλακτικής θεωρίας αποφάσεων – της ονομαζόμενης «Πιθανολογικής Θεωρίας» ή «Θεωρίας Προοπτικής». Η κύρια ιδέα της θεωρίας αυτής είναι η αποδοχή της υπόθεσης ότι τα άτομα δεν συμπεριφέρονται πάντα ορθολογικά, αφού υπάρχουν και ψυχολογικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές τους. Με άλλα λόγια, δεν είναι πλέον «εργαλειακοί μεγιστοποιητές ωφέλειας», αλλά πιο αυθόρμητοι, δημιουργικοί και απρόβλεπτοι (Βαρουφάκης, 2007β).

Σχήμα 2

Βασιζόμενοι σε πειράματα, οι δυο επιστήμονες πρότειναν μία συνάρτηση αξίας προσδιορισμένη από τα κέρδη και τις ζημίες σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς. Σύμφωνα με τη συνάρτηση του σχήματος 2, τα αποτελέσματα μίας απόφασης εκφράζονται ως θετικές ή αρνητικές αποκλίσεις από το σημείο αναφοράς Α, καθώς τα άτομα αντιλαμβάνονται τα αποτελέσματα αυτά σαν κέρδη ή ζημίες. Η ασυμμετρία που προκύπτει ανάμεσα στη διαφορά Β-Α και C-A (είναι C-A>B-A) λέγεται αποστροφή ζημίας, και βασίζεται στο γεγονός ότι η πιθανότητα ζημίας έχει μεγαλύτερη δυναμικότητα από ό,τι η πιθανότητα κέρδους (Soukup, Maitah & Svoboda, 2015b).

H Πιθανολογική Θεωρία είναι πλήρως συμβατή με τις αρχές της αντίληψης και της κρίσης του ατόμου, με δεδομένο ότι, για τους Kahneman και Tversky, οι ανθρώπινες ικανότητες είναι προσανατολισμένες στην εκτίμηση των αλλαγών, και όχι στην τυφλή μεγιστοποίηση μεγεθών – όπως υποστηρίζει η νεοκλασική θεωρία (Κουτσιάυτη, 2012).

Η Συμβολή του Richard Τhaler

Η οπτική του Thaler ενσωματώνει -για πρώτη φορά- ψυχολογικά στοιχεία στην οικονομική ανάλυση, όπως υποστηρίχθηκε εκτενώς σε μία σειρά άρθρων του με την ονομασία «Anomalies» (Kahneman, Knetsch, Thaler, 1991). Ο ίδιος ο οικονομολόγος, παραλαμβάνοντας το βραβείο του, ανέφερε πως μία από τις σημαντικότερες πτυχές του έργου του είναι να τονίσει ότι οι οικονομικοί παράγοντες είναι ανθρώπινοι, και τα επιστημονικά εργαλεία των οικονομολόγων θα πρέπει να το λάβουν αυτό υπόψη(Reuters, 2017).

Στις επιστημονικές κρίσεις του, o Τhaler ανέλυσε πως οι οικονομικές αποφάσεις επηρεάζονται από τρεις τομείς της ψυχολογίας του ανθρώπου:

α. την οριοθετημένη ορθολογικότητα

β. την έλλειψη αυτοελέγχου

γ. τις κοινωνικές προτιμήσεις.

Δίνοντας έμφαση στη Νοητική Λογιστική (Mental Accounting), αναφέρθηκε εκτενώς στο σύνολο των νοητικών διεργασιών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι, για να αξιολογήσουν διάφορες καταστάσεις και γεγονότα που ερμηνεύονται βάσει της προέλευσής τους και του τρόπου παρουσίασής τους. Αυτή η σχολή σκέψης των Συμπεριφορικών Οικονομικών οδήγησε σε μια μορφή πατερναλισμού, γνωστής ως «Φιλελεύθερος Πατερναλισμός» (Libertarian Paternalism). Στο βιβλίο τους με όνομα «Nudge: Improving Decisions about Health, Wealth and Happiness» (Thaler-Sunstein, 2008), που αποτελείται από προτάσεις χάραξης πολιτικής, οι R. Τhaler και C. Sunstein υποστηρίζουν ένα είδος ήπιου πατερναλισμού και, παράλληλα, παραθέτουν μία σειρά από προτάσεις για διάφορες περιπτώσεις, στις οποίες απαιτείται ένας κεντρικός σχεδιασμός για τη λήψη αποφάσεων, που θα στοχεύει σε ορθολογικότερες επιλογές (Φωκά Καβαλιεράκη και Χατζής, 2013).

Πιο συγκεκριμένα, ο όρος «φιλελεύθερος» δηλώνει ότι το δικαίωμα του ατόμου να ενεργεί και να δρα ελεύθερα, όσον αφορά στις επιλογές του, είναι απολύτως σεβαστό και αποδεκτό. Ο όρος «πατερναλισμός» αιτιολογείται ως μία προσπάθεια θετικής επιρροής-ώθησης (nudge) των ατομικών αποφάσεων προς τις επιλογές που θεωρητικά επιμηκύνουν τη ζωή και την κάνουν σαφώς καλύτερη και υγιέστερη για το σύνολο της κοινωνίας. Κατά τους συγγραφείς του ομώνυμου βιβλίου, «Nudge», ο πατερναλισμός ορίζεται ως εξής: «Η παρέμβαση οφείλει να είναι απλή, και να υλοποιείται με χαμηλό κόστος. Τα Nudges δεν είναι διαταγές ή συστάσεις, αλλά πρέπει να επηρεάζουν τον άνθρωπο υποσυνείδητα. Η τοποθέτηση φρούτων σε ένα κατάστημα στο ύψος του ματιού του καταναλωτή θεωρείται nudge. Η απαγόρευση της πώλησης ‘έτοιμου’ φαγητού δεν θεωρείται» (Thaler and Sunstein, 2008).

Το βιβλίο των Thaler και Sunstein είχε τόσο μεγάλη επίδραση σε ζητήματα χάραξης πολιτικής, ώστε να επηρεάσει τομείς όπως τη διοίκηση επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλά και τις κυβερνητικές πολιτικές. Στη Βρετανία, ο πρώην πρωθυπουργός, David Cameron, ίδρυσε ένα «nudge unit», δηλαδή μία ομάδα ειδικών, των οποίων στόχος είναι να πειραματίζονται με διάφορα είδη παρεμβάσεων που βασίζονται σε συμπεριφορικές μελέτες, και αφορούν στην υγεία, την πολιτική προστασία των καταναλωτών, το συνταξιοδοτικό σύστημα, κλπ (The Guardian, 2010, Φωκά Καβαλιεράκη, 2017β).

Κάτι καινούριο γεννιέται…;

Είναι γεγονός ότι η υπόθεση της ορθολογικής συμπεριφοράς έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, με γνωστούς υποστηρικτές της ορθολογικότητας να εμμένουν στην πλήρως μαθηματικοποιημένη ανάλυση της οικονομικής θεωρίας.

Ο Milton Friedman, συγκεκριμένα, έχει υποστηρίξει πως «οι θεωρίες δεν πρέπει να κρίνονται βάσει των υποθέσεών τους, αλλά βάσει των αποτελεσμάτων τους» (Friedman, 1953). Αντιθέτως, αυτό που καταδεικνύει η έρευνα του Thaler μέσα από μια σειρά πειραματικών και εμπειρικών δεδομένων, είναι ότι σε πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες εμφανίζονται κάποιες συστηματικές ανορθολογικότητες, τις οποίες τα νεοκλασικά υποδείγματα και οι υποθέσεις τους δεν συμπεριλαμβάνουν.

Μέσω της μελέτης του έργου του Thaler, προφανώς, δεν εξάγεται το συμπέρασμα πως το μοντέλο του homo economicus απορρίπτεται εν γένει, καθίσταται όμως πιο «συναισθηματικό» – με την έννοια ότι περιλαμβάνει περισσότερα στοιχεία γνωσιακών θεωριών και ψυχολογίας.

Παρ’ όλα αυτά, η απονομή του βραβείου Νόμπελ σε έναν συμπεριφορικό οικονομολόγο, εν έτει 2017, αποδεικνύει την ανάγκη της οικονομικής να “ανοιχτεί” ξανά στις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες. Δυστυχώς, σήμερα η δεσπόζουσα οικονομική θεωρία και τα νεοκλασικά της αξιώματα θυμίζουν θεολογία του Μεσαίωνα, αναπαραγωγή του ίδιου κηρύγματος, κάθε φορά με πιο περίπλοκο τρόπο, χωρίς κριτική διάθεση απέναντί του. Μήπως η μελέτη της οικονομίας υπό ένα εναλλακτικό, πιο ανθρώπινο πρίσμα -έπειτα από την αναγνώριση των σημερινών αντιφάσεων- αποτελεί το καλύτερο αντίδοτο στην επιβολή των οικονομικών ως μιας «απολιτικής», τεχνοκρατικής, αμιγώς θετικής επιστήμης;

Πηγές:

  1. Βαρουφάκης, Γ. (2007). Πολιτική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg. pp 137-150
  2. Κουτσιαύτη, Ν. (2012). Μη ορθολογική Απόφαση. http://cogsci.phs.uoa.gr/fileadmin/cogsci.phs.uoa.gr/uploads/files/diplomatikes/Koutsiafti_Nafsika_2012.pdf
  3. Φωκά – Καβαλιεράκη, Γ. (2017). Οικονομική Ψυχολογία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, pp 36-44
  4. Φωκά-Καβαλιεράκη, Γ. και Χατζής, Α. (2013). Ορθολογικότητα και Νομικός Πατερναλισμός. http://users.uoa.gr/~ahatzis/Foka-Hatzis_Paternalism.pdf
  5. Nobel Prize. (2017). Press Release: The Prize in Economic Sciences 2017. https://www.nobelprize.org/nobel_prizes/economic-sciences/laureates/2017/press.html
  6. Floris, H. (2006). Kahneman and Tversky and the Origin of Behavioral Economics. http://www.jayhanson.org/_Economics/Origin%20of%20Behavioral%20Economics07003.pdf
  7. Thaler, R. and Sunstein, C. 2008). Nudge:Improving Decisions about Health, Wealth and Happiness. Εκδόσεις Yale University Press
  8. The Royal Swedish Academy of Sciences (2017).Richard H. Thaler: Integrating Economics with Psychology. https://www.nobelprize.org/nobel_prizes/economic-sciences/laureates/2017/advanced-economicsciences2017.pdf
  9. Pollard, N. and Ringstrom, A. (2017). We’re all human: ‘Nudge’ theorist Thaler wins economics Nobelhttps://in.reuters.com/article/richard-thaler-nobel-prize-economics/were-all-human-nudge-theorist-thaler-wins-economics-nobel-idINKBN1CE0X6
  10. Wintour, P. (2010). David Cameron’s ‘nudge unit’ aims to improve economic behavior. https://www.theguardian.com/society/2010/sep/09/cameron-nudge-unit-economic-behaviour
  11. Friedman, M. (1953). The Methodology of Positive Economics. http://www.sfu.ca/~dandolfa/friedman-1966.pdf
  12. Soukup, Alexandr., Mansoor, M. and Roman, S. (2015). The Concept of Rationality in Neoclassical and Behavioural Economic Theory. http://www.ccsenet.org/journal/index.php/mas/article/viewFile/40391/23368
  13. Kahneman, D., L.Knetsch, J. and H. Thaler, R. (1991). Anomalies: The Endowment Effect, Loss Aversion, and Status Quo Bias. https://www.princeton.edu/~kahneman/docs/Publications/Anomalies_DK_JLK_RHT_1991.pdf

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών,
μέλος της ομάδας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων(ΔΟΣ).

Παροδικός συντάκτης στον Όμιλο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων για θέματα Διεθνούς, Ευρωπαϊκής και Εγχώριας Οικονομίας.

edrellias@powerpolitics.eu

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest